3/2/09

ΟΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

  
Τρίτη, 03 Φεβρουαρίου 2009 19:22
Με δεδομένες τις αβεβαιότητες ως προς το βάθος και τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, η συναγωγή συμπερασμάτων για τις γεωπολιτικές προεκτάσεις της απαιτεί ιδιαίτερη περίσκεψη. Ήδη δε κάποιες βιαστικές σχετικές εκτιμήσεις διαψεύδονται από τα ίδια τα γεγονότα.   
 
Η αρχική, επί παραδείγματι, εντύπωση ορισμένων ότι η κρίση θα έπληττε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, τις Ηνωμένες Πολιτείες αποδεικνύεται εξωπραγματική.[i] Όλο και περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι δοκιμάζονται όλες ανεξαιρέτως οι ανά την υφήλιο σημαντικές οικονομίες. Και ότι οι κύριες διαφορές μεταξύ των πληττόμενων χωρών αφορούν, αφ’ενός, στις αντοχές τους – στην ευστάθεια του πολιτικού τους συστήματος και στην κοινωνική τους συνοχή – και, αφ’ ετέρου, στον δυναμισμό της οικονομίας τους και τη συναφή ιακανότητά της να ανακάμψει. Υπό το πρίσμα δε αυτό, οι Δυτικοί γενικώς και οι Αμερικανοί ειδικότερα βρίσκονται σε σαφώς ισχυρότερη θέση απ’ ό,τι  οι περισσότεροι άλλοι – και ιδίως οι εκδηλωμένοι ή εν δυνάμει αντίπαλοί τους.
 
***
 
Στη Ρωσική Ομοσπονδία η κρίση προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις.  Σύμφωνα με ένα καλώς πληροφορημένο διεθνή παρατηρητή, «[η] πτώση της τιμής του πετρελαίου από τα  $145 το βαρέλι στα $44 έχει πλήξει τη Ρωσία πολύ σκληρά, δεδομένου ότι ο κρατικός προϋπολογισμός της προϋπέθεσε τιμή περί τα $90. Τους τελευταίους τρεις μήνες, η ανεργία εκτοξεύθηκε κατά 20%...Την εβδομάδα που προηγήθηκε της ανάληψης της εξουσίας από τον πρόεδρο Ομπάμα, τα ρωσικά αποθέματα σε σκληρό συνάλλαγμα μειώνονταν κατά $5 δις ημερησίως..»[ii] Ο δε έγκυρος «Εκόνομιστ» επισημαίνει ότι «{κ}άθε ημέρα που περνά, η κατάσταση της ρωσικής οικονομίας χειροτερεύει». Και ότι «[τ]ο ρούβλι, νόμισμα σκληρό σαν πέτρα αφότου η τιμή του πετρελαίου άρχισε να ανεβαίνει, χάνει την αξία του με επιταχυνόμενο ρυθμό». Ενώ, η οικονομική αυτή δοκιμασία επηρεάζει ήδη δυσμενώς τη δημοτικότητα του μέχρι πρότινος ευρισκόμενου στο απυρόβλητο της δημόσιας κριτικής Ρώσου πρωθυπουργού κ. Πούτιν.[iii]
 
Όμως, το κατρακύλισμα της τιμής του μαύρου χρυσού έχει ακόμη αρνητικότερο αντίκτυπο και σε άλλα πετρελαιοπαραγωγά κράτη – και στα καθεστώτα τους. Κατά τον επιχειρηματία και υφυπουργό οικονομικών επί της πρώτης προεδρίας Κλίντον κ. Αλτμαν, «[ο}ι επιπτώσεις της κρίσης θα είναι σοβαρότερες στο Ιράν και τη Βενεζουέλα, που, όπως η Ρωσία, υπέφεραν από την πτώση των τιμών του πετρελαίου, αλλά, σε αντίθεση με τη Ρωσία, διαθέτουν περιορισμένο απόθεμα ξένου συναλλάγματος. Η ήδη ευπαθής ιρανική οικονομία θα υποστεί πιθανώς τώρα αυξημένες εσωτερικές πιέσεις. Η Βενεζουέλα, η οποία ξόδευε αφειδώς για να προαγάγει τη διεθνή ατζέντα του Προέδρου Χούγκο Τσάβεζ, αντιμετωπίζει τώρα ένα ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα.»[iv]
 
Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι, σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες οικονομίες, η κινεζική εμφανίζεται λιγότερο ευάλωτη στις συνέπειες της κρίσης – λόγω του μεγαλύτερου κρατικού ελέγχου στον οποίο υπόκειται, και, κυρίως, της μικρότερης εξάρτησής της από το, σχετικώς υπανάπτυκτο ακόμη, χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας. Από την άλλη όμως, η, συνεπεία της κάμψης της ζήτησης στον δυτικό κόσμο, δραστική ελάττωση των κινεζικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ και την κοινοτική Ευρώπη, ήτοι προς τους κυριότερους κατά πολύ εμπορικούς εταίρους του Πεκίνου, έχει ήδη προκαλέσει μια σημαντική και ενδεχομένως κρίσιμη μείωση του ρυθμού της οικονομικής της ανάπτυξης της Κίνας. Με επακόλουθο να διαγράφεται ακόμη και απειλή κατά της κοινωνικής γαλήνης της χώρας και της κυβερνητικής νομιμοποίησης του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος.[v]
 
Στον Δυτικό κόσμο, αντιθέτως, οι πολιτικο-κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης τυγχάνουν μέχρι στιγμής σχετικά ήπιες και πάντως ελέγξιμες – ακριβώς χάρις στον ευτυχή συνδυασμό της σταθερότητας των δημοκρατικών θεσμών και των αποθεμάτων οικονομικής ισχύος. Με τις κυβερνήσεις των δύο ακτών του Ατλαντικού να συνεργάζονται στενά – μεταξύ άλλων στο πλαίσιο των διασκέψεων κορυφής των G20 [vi]  – για τη διαμόρφωση συνθηκών ευνοουσών την ανόρθωση των οικονομιών τους.
 
***
 
Η οικονομική αυτή πραγματικότητα αντιστρατεύεται την αντίληψη ότι η κρίση έχει κλονίσει τη δεσπόζουσα θέση της Δύσης και την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη. Χωρίς μάλιστα να αποκλείεται οι χρηματοοικονομικές εξελίξεις να ενισχύσουν, αντιθέτως, τη γεωπολιτική υπεροχή των δυτικών δυνάμεων.[vii]
 
Καθώς, προβληματικά κράτη, όπως η Βενεζουέλα και το Ιράν, διαθέτουν πλέον συρρικνωμένα οικονομικά περιθώρια για την άσκηση πολιτικής «τσαμπουκά». Χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι μπορεί κανείς να προεξοφλήσει μια συνετότερη στάση εκ μέρους των. Ειδικότερα δε σε ό,τι αφορά στην Τεχεράνη, ο χρόνος μόνο θα δείξει κατά πόσον οι Αγιατολάδες είναι διατεθειμένοι να βάλουν νερό στο πυρηνικό κρασί  τους και να σφίξουν το χέρι που – για μια ακόμη φορά, σημειωτέον – τους τείνει η Δύση και ιδίως η Ουάσινγκτον.
 
Από την πλευρά της η Μόσχα, εν μέρει αναμφίβολα υπό την πίεση της κρίσης, υιοθετεί ελαστικότερη στάση έναντι της Δύσης. Δεν είναι τυχαίο, δηλαδή, ότι τις τελευταίες ημέρες, όχι μόνο διαμήνυσε την ετοιμότητά της να συγκατανεύσει στη διέλευση δια ρωσικού εδάφους νατοϊκών εφοδίων προς Αφγανιστάν,[viii] αλλά και ανακάλεσε την πρόσφατη απειλή της να τοποθετήσει πυραύλους στο Καλίνινγκραντ σε απάντηση της εγκατάστασης στοιχείων της αμερικανο-νατοϊκής αντιπυραυλικής ασπίδας στην Πολωνία και την Τσεχία. (Μάλλον προσχηματικά, τη μεταστρφή της αυτή απέδωσε στις τουλάχιστον αμφίσημες προεκλογικές θέσεις του προέδρου Ομπάμα για το σχετικό πρόγραμμα.)[ix]
 
Το Πεκίνο, τέλος, υπό το κράτος της κρίσης και αυτό, εμφανίζεται απροθυμότερο παρά ποτέ να εμπλακεί σε γεωπολιτικές περιπέτειες ικανές, όχι μόνο να επιδεινώσουν τα οικονομικά του προβλήματα, πυροδοτώντας έτσι και κοινωνικές και εθνοθρησκευτικές εντάσεις στο εσωτερικό της κινεζικής επικράτειας, αλλά και να επιβαρύνουν τις σχέσεις του με τον γεωπολιτικό του περίγυρο και τη Δύση. Τόσω μάλλον που η κινεζική οικονομική ανάπτυξη είναι, όπως ήδη επισημάνθηκε, στενά συνυφασμένη με το σινο-δυτικό εμπόριο. Ενώ, με τις ΗΠΑ ειδικότερα, την Κίνα συνδέει μια ιδιάζουσα σχέση οικονομικών «σιαμαίων» – ο διαχωρισμός των οποίων θα απέβαινε ιδιαίτερα επώδυνος και για τα δύο μέρη, ιδίως όμως για το ασθενέστερο. Με τους Αμερικανούς να υπολογίζουν στις ογκώδεις κινεζικές επενδύσεις σε κρατικά τους χρεώγραφα. Αλλά με τους Κινέζους να εξαρτώνται, τόσο από την εξαγωγή προϊόντων τους στην τεράστια αμερικανική αγορά, όσο και από την εισαγωγή αμερικανικών κεφαλαίων, τεχνολογίας και τεχνογνωσίας.
 
***
 
Συμπερασματικώς: Με επικεφαλής την Ουάσινγκτον, η Δύση φαίνεται να διατηρεί και υπό τις νέες, μεταλλασσόμενες παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες το γεωπολιτικό της προβάδισμα.  Η κρίση, δυσχεραίνοντας τους εξοπλισμούς των αντιπάλων της, εμπεδώνει τη στρατιωτική της υπεροχή. Αλλά επιβεβαιώνει και το ιδεολογικό της πλεονέκτημα – και συνακόλουθα επαυξάνει την «ήπια ισχύ» της – στο μέτρο που οι βασικές αρχές της οικονομικής της συγκρότησης υιοθετούνται πλέον και από τους πάλαι ποτέ πρωταγωνιστές του υπαρκτού σοσιαλισμού και ιδίως από τους Ρώσους και τους Κινέζους. Με ενδεικτικά εν προκειμένω τα ακόλουθα αποσπάσματα από την ομιλία του κ. Πούτιν στο Νταβός: «Υπερβολική επέμβαση στην οικονομική δραστηριότητα και τυφλή πίστη στην παντοδυναμία του κράτους είναι ..ενδεχόμενο λάθος...Αντί να εκλογικεύουν τους μηχανισμούς της αγοράς, ορισμένοι μπαίνουν στον πειρασμό να επεκτείνουν στο έπακρο την κρατική οικονομική επέμβαση...Κατά τον 20ο Αιώνα, η Σοβιετική Ένωση κατέστησε τον ρόλο του κράτους απόλυτο, με αποτέλεσμα η σοβιετική οικονομία να απωλέσει πλήρως την ανταγωνιστικότητά της. Το μάθημα αυτό μας κόστισε ακριβά. Είμαι βέβαιος ότι κανείς δεν επιθυμεί να επαναληφθεί.»[x]  Βέβαια, τόσο ο Ρώσος πρωθυπουργός, όσο και Κινέζος πρόεδρος Χου Ζιντάο, και όχι μόνο στο Νταβός, έχουν αποδώσει καθοριστικές ευθύνες για την χρηματοοικονομική κρίση στην «απληστία» καπιταλιστικών κύκλων – πράγμα που επανειλημμένως άλλωστε έχει κάνει και ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα. Χωρίς ποσώς, ωστόσο, να θέσουν υπό αμφισβήτηση το σύστημα της ελεύθερης αγοράς.
 
Παρά τις αναμφισβήτητες και καταφανείς, άλλωστε, ατέλειές τους, οι μεγάλες, εδραιωμένες δυτικές δημοκρατίες υπερέχουν των ανά τον κόσμο πάσης φύσεως απολυταρχισμών, τόσο ως προς την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, όσο και ως προς τον δυναμισμό και την ικανότητα ανανέωσης της οικονομίας.



[i] Υπενθυμίζεται, επί παραδείγματι, η δήλωση του Γερμανού  υπουργού οικονομικών κ. Peer Steinbrück ότι η πιστωτική κρίση είναι «αμερικανική υπόθεση». Βλ. Larry Elliott, Contagion could fracture the eurozone, “The Guardian”, 6-10-2008.
[ii] Βλ. Martin Walker, Why wealth is power, “United Press International”, 26-1-2009.
[iii] Βλ. Thousands protest across Russia, “BBC NEWS”,  31-1-2009.
[iv] Βλ. Roger C. Altman, The Great Crash, 2008, A Geopolitical Setback for the West, “Foreign Affairs”, τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2009. Όπως προκύπτει και από τον τίτλο του, το εν λόγω άρθρο καταλήγει σε πιο απαισιόδοξα συμπεράσματα για τις επιπτώσεις της κρίσης στη γεωπολιτική θέση της Δύσης απ’ ό,τι το  παρόν κείμενο.
[v] Σύμφωνα με τις κινεζικές αρχές, κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2008 η κινεζική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 6.8%, η δε συνολική ανάπτυξή της κατά το παρελθόν έτος ανήλθε στο 8.9% - έναντι, σημειωτέον, 12% κατά το 2007. Πολλοί, όμως Δυτικοί αναλυτές, ιδίως τραπεζικοί, αμφισβητούν τα επίσημα αυτά στατιστικά στοιχεία, εκτιμώντας ότι η πραγματική ανάπτυξη υπήρξε ουσιωδώς μικρότερη – και ότι κατά το τρέχον έτος θα κυμανθεί μεταξύ του 5% και του 6%, ήτοι σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το 8%, που οι ίδιες οι Κιινέζοι κυβερνώντες θεωρούν ως προϋπόθεση για να αποφευχθεί εκτεταμένη ανεργία με τα κοινωνικά και πολιτικά παρεπόμενά της. Βλ., εκτός από τα προαναφερθέντα άρθρα των Martin Walker και Roger C. Altman, και τα ακόλουθα: Chinas economic growth slows sharply, CNN(Reuters), 22-1-2009. Alison Klayman, Economic Crisis Tempers China’s Growth, “Voice Of America News”, 22-1-2009. Και Sharon LaFraniere, 20 million migrant workers in China can’t find jobs, “International Herald Tribune”, 2-2-2009.
[vi] Σε συνέχεια των αποφασισθέντων κατά τη σύνοδό τους της 14ης-15ης Δεκεμβρίου 2008 στην Ουάσινγκτον, οι ηγέτες των των G20 πρόκειται να συνέλθουν εκ νέου στο Λονδίνο στις 2 Απριλίου.
[vii] Ο διευθυντής του Κέντρου για τη Διεθνή Ανάπτυξη του Χάρβαρντ κ. Ricardo Hausmann εκτιμά ως ακολούθως τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς υπό το φως της χρηματοοικονομικής κρίσης: «Η οικονομική κρίση σηματοδοτεί το τέλος της αμερικανικής παγκόσμιας ηγεμονίας. Ή μήπως όχι; Διανοούμενοι από διάφορα στρατόπεδα, μερικοί έμφοβοι, άλλοι χαίροντες, βλέπουν ένα μέλλον στο οποίο οι ΗΠΑ θα έχουν κατά πολύ μειωμένο βάρος στις παγκόσμιες υποθέσεις. Εάν, όμως, οι ΗΠΑ παίξουν σωστά τα χαρτιά τους, τα πράγματα θα εξελιχθούν κατά ακριβώς αντίθετο τρόπο.  Χρήσιμο είναι να θυμόμαστε ότι η ισχύς είναι σχετική, όχι απόλυτη, έννοια.» Βλ. The crisis gives the US new financial power, “Financial Times”, 15-12-2008. Ενώ, για το ίδιο θέμα, o Robert Kagan, ανώτερο στέλεχος του Carnegie Endowment for International Peace, γράφει τα εξής: «Ψύχραιμοι αναλυτές, όπως ο Richard Haass, αναγνωρίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ‘η ισχυρότερη οντότητα στον κόσμο’. Αλλά προειδοποιεί: ‘Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να κυριαρχήσουν και ακόμη λιγότερο να υπαγορεύσουν και να περιμένουν ότι οι λοιποί να ακολουθήσουν.’ Όπερ είναι αληθές. Αλλά πότε δεν ήταν; Υπήρξε ποτέ εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να κυριαρχούν, να υπαγορεύουν και να επιβάλλουν τη βούλησή τους; Πολλοί κήρυκες της [αμερικανικής] παρακμής φαντάζονται ένα μυθικό παρελθόν κατά το οποίο ο κόσμος χόρευε στον σκοπό της Αμερικής.» Αφού δε απαριθμεί τις αντιξοότητες που αντιμετώπισαν οι ΗΠΑ μεταπολεμικώς και ειδικότερα κατά την περίοδο 1945-1965, συμπεραίνει: «Κανένα γεγονός της τελευταίας δεκαετίας, εξαιρουμένης της 11ης Σεπτεμβρίου [2001], δεν είναι συγκρίσιμο [με τα όσα προανέφερε] ως προς το μέγεθος της ζημίας που προκάλεσε στη θέση της Αμερικής στον κόσμο.» Βλ. Still No. 1,Washington Post”, 30-10-2008.
[viii] Οι σχετικές διαπραγματεύσεις είχαν εγκαινιασθεί στις αρχές του περασμένου έτους, διήλθαν όμως από δύσκολες φάσεις, μεταξύ άλλων λόγω της κρίσης στον Καύκασο, και ως εκ τούτου η διαφαινόμενη τώρα ολοκλήρωσή τους δεν στερείται συμβολικής σημασίας. Βλ. James Blitz, Russia may offer Afghan route for Nato, “Financial Times”, 6-3-2008, και NATO, Russia mend relations as Afghan war heats up, “Yahoo News, Associated Press”, 26-2-2009.
[ix] Βλ. Russia halts missile plans for eastern Europe, “Financial Times”, 28-1-2009.
[x] Ολόκληρη η άκρως ενδιαφέρουσα αυτή ομιλία είναι δημοσιευμένη στην “Wall Street Journal” της 28ης Ιανουρίου 2009 υπό τον τίτλο Putin Speaks at Davos 

Σχόλια επί του κειμένου αυτού μπορούν να αναρτηθούν στο Blog του Διπλωματικού Περισκοπίου.
Σύνδεσμος ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου