13/1/09

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, Η «ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ PDF

  
Τρίτη, 13 Ιανουάριου 2009 22:21

Σκέψεις του ομ. καθηγητού της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Ιωάννου Τουλουμάκου για την κρίση του πολιτικού μας συστήματος.

Η παρούσα κρίση (ή το πολιτικό αδιέξοδο που ενδέχεται να προκύψει από αυτήν), με την κοινή εμπειρία και λογική και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πολιτική τοποθέτηση, δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο σε λάθη ή παραλείψεις της σημερινής κυβέρνησης. Πολύ περισσότερο οφείλεται σε νοοτροπίες και συμπεριφορές που διαμορφώθηκαν πριν – νοοτροπίες και συμπεριφορές που εξέθρεψαν τον κομματισμό και την ισοπέδωση, και με αυτήν την ιδεολογία της ρήξης και της ανατροπής, στην εκπαίδευση και αλλού, έτσι ώστε να γίνει αδύνατη η όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία σήμερα πολιτική συναίνεση.
 
Θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο όσο και αναγκαίο, για την χώρα και την δημοκρατία, αν οι πολιτικές δυνάμεις παραδέχονταν τώρα, στην κρίση, και, πριν από το αδιέξοδο, τις ευθύνες τους:
 
Το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα αν ομολογούσε, ότι ο «σοσιαλιστικός μετασχηματισμός» της ιδρυτικής του διακήρυξης ήταν, και με τα εμπειρικά δεδομένα της εποχής, ένα εξωπραγματικό ιδεολόγημα που ταίριαζε σε τριτοκοσμική χώραž ότι ο «εκδημοκρατισμός της κοινωνίας» ή η «κοινωνική απελευθέρωση», με τις ανατροπές που προκάλεσαν, υπέσκαψαν την κοινωνική συνοχή και έβλαψαν την δημοκρατίαž και ότι συνθήματα όπως «Ο Λαός δεν ξεχνά τί σημαίνει Δεξιά» ή «Η Δεξιά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας» με το περιεχόμενο και την δυναμική του ολοκληρωτισμού που τα χαρακτήριζε και τις ποικίλες εφαρμογές που είχαν ακόμη και στην καθημερινή ζωή, αναζωπύρωσαν πάθη και ψυχώσεις μιας εθνικά και κοινωνικά οδυνηρής (και γι’ αυτό ανεπίτρεπτης) οπισθοδρόμησης.
 
Το Κομμουνιστικό Κόμμα, αν πρώτα απ’ όλα ζητούσε συγγνώμη από τους χιλιάδες γνωστούς και αφανείς «ταξικούς εχθρούς» του, αλλά και τους γνωστούς και αφανείς οπαδούς του που χάθηκαν εξαιτίας της αλόγιστης πολιτικής μιας πνευματικά  ανεπαρκούς για τις περιστάσεις ηγεσίαςž αν συνειδητοποιούσε (και όχι μόνο αυτό) ότι η ιδεολογία που διακηρύσσει κατέρρευσε και, προπάντων, αν το ίδιο (όπως και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις και ο λαός στο σύνολό του) καταλάβαινε ως πρόβλημα την αντιφατική παρουσία του στην πολιτική της χώρας, όπου από τη μια μεριά δρα ως «επαναστατική δύναμη» με σκοπό την ανατροπή της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και από την άλλη είναι κόμμα του Κοινοβουλίου, που επιχορηγείται μάλιστα από το αστικό κράτος για τις ποικίλες (ακόμη και εναντίον του κράτους αυτού) δραστηριότητές του.
 
Η νέα ριζοσπαστική Αριστερά, αν, προσπαθώντας να βρει κάποια θέση μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κινήματος και του Κομμουνιστικού Κόμματος, απέφευγε τις εμφανείς (φραστικές) ακρότητες και περιόριζε τις αφανείς (αρνητικές) επιδράσεις της, ιδιαίτερα στη νεολαία – αποτέλεσμα των οποίων (και των δύο) είναι να γίνεται οξύτερο – με τα γνωστά παρεπόμενά του – το πολιτικό πρόβλημα.
 
Η «συντηρητική» ή φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία θα όφειλε απλώς να επιστρέψει στις «ρίζες» της δηλ. στην πολιτική σκέψη και πράξη του ίδιου του ιδρυτού της: του Κωνσταντίνου Καραμανλή που ήθελε η σχέση μεταξύ πολιτικού και πολίτη να βασίζεται στη συνέπεια και στην προσφορά του πρώτου και στην εμπιστοσύνη του τελευταίου´ την εξισορρόπηση των αντιθέσεων με γνώμονα το κοινό συμφέρον´ και την θωράκιση της δημοκρατίας απέναντι στις ακρότητες που προκαλεί η κατάχρηση της ελευθερίας – αλλά και στην δημαγωγία, με τα συνθήματα της «ισότητας» του ολοκλη­ρωτισμού´ μια πολιτική σκέψη και πράξη που καθοριζόταν από την γνώση της πραγματικότητας και την λογική και αποστρεφόταν τις εύκολες λύσεις ή το προβληματικό «όραμα» της ιδεολογίας.
 
Η τακτική της λεγόμενης «ήπιας προσαρμογής» (ή όπως αλλιώς μπορεί να ονομασθεί), ανεξάρτητα από τους λόγους της επιλογής της, με τους τρόπους και τα μέσα με τα οποία έγινε και τα αποτελέσματα που είχε, φαίνεται πως έβλαψε το ίδιο το κόμμα (εφ’ όσον κατά την άποψη οπαδών και αντιπάλων του κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά του), περισσότερο φαίνεται όμως ότι έβλαψε την ίδια τη χώρα: Στην Ελλάδα συμβαίνει το παράδοξο, ως κράτος μέλος της Ε.Ε. να ζει χάρη στο έργο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης όμως να σκέπτεται (με τα Μ.Μ.Ε. που την επηρεάζουν), η εκπαίδευση και στις τρεις βαθμίδες της να λειτουργεί και το Σύνταγμά της με τις δύο αναθεωρήσεις του, μέσα σε 6 χρόνια (το 1985 και 2001) να καθορίζεται σύμφωνα με την ιδεολογία  των πολιτικών του αντιπάλων.
 
***
 
Αν κριτήριο της πολιτικής εξακολουθεί να είναι πρωτίστως το (πρόσκαιρο) πολιτικό κόστος (πράγμα που σημαίνει ότι υποτιμάται ή και παραβλέπεται η κατοπινή κοινωνική βλάβη ή εθνική ζημία), όλα αυτά και άλλα που λέγονται και γράφονται για την αυτογνωσία ή αυτοκριτική των κομμάτων, θα θεωρηθούν ενδεχομένως ανεφάρ­μοστα. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει όμως να υπάρχει μια άλλη συγκεκριμένη αφετηρία, από την οποία θα μπορούσαν να προκύ­ψουν συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσηςŸ απ’ όσα λέγονται, γράφονται (ή γίνονται) φαίνεται ότι δεν υπάρχει.
 
Με την επιστροφή στην σκέψη και στην πράξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή συγκεκριμένες προτάσεις σε βασικά προβλήματα της δημόσιας ζωής δεν είναι δύσκολο να γίνουν – αρκετές προκύπτουν άλλωστε από τα συσσωρευμένα λάθη, τις παραλείψεις και προπάντων τις γνωστές αρνητικές μοναδικότητες της δημόσιας ζωής στη χώρα μας. Μπορούν και πρέπει να γίνουν σε ένα έκτακτο συνέδριο του κόμματος που θα συγκληθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα και θα έχει ως κατευθυντήριες ιδέες την ανασυγκρότηση του κράτους και τη δημιουργία ενός ήπιου πολιτικού κλίματοςž ιδέες, από τις οποίες διαπνεόταν το πρώτο Σύνταγμα της μεταπολίτευσης του 1975. Οι προτάσεις που θα γίνουν στο συνέδριο αυτό μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν σημείο αναφοράς όχι μόνο για το ίδιο το Κόμμα, αλλά και τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα όσον αφορά την δρομολόγηση συναινετικών πρωτοβουλιών στις τοπικές κοινωνίες για όλα σχεδόν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Στο συνέδριο πρέπει εξάλλου να εξασφαλισθεί η συμμετοχή επιλεγμένων, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες ιδέες του, εκπροσώπων της Ομογένειας: Η ενεργός συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού στην προσπάθεια ανασυγκρότησης με την ίδρυση πρώτα ενός Υπουργείου Απόδημου Ελληνισμού  είναι σήμερα επιτακτικά αναγκαία.
 
Ο συντονισμός αυτής της προσπάθειας απαιτεί την ανάλογη οργάνωση, η δομή και τα μέσα της οποίας πρέπει επίσης να καθοριστούν στο συνέδριο: Με το πολιτικό και ηθικό κύρος που έχει ως παράδειγμα η ιστορική παρουσία του ιδρυτού του, αλλά και την αναμφισβήτητη ιδεολογική του συνοχή, το Κόμμα της Ν.Δ. μπορεί – και στην παρούσα περίσταση ίσως πρέπει – να προχωρήσει στη θέσπιση της θέσης  Προέδρου του Κόμματος, με την συνεργασία του οποίου ο Πρωθυπουργός θα μπορεί να ασκεί καλύτερα και αποτελεσματικότερα το έργο του. Με τον ρόλο αυτόν και την συνεκτική λειτουργία του, ο Πρόεδρος του Κόμματος θα μπορεί επίσης να συμβάλει στη δημιουργία συνθηκών για την εσωκομματική δημοκρατία – βασική προϋπόθεση για την ανανέωση της πολιτικής ζωής και την προκοπή της χώρας.
 
***
 
Η παρούσα κρίση (ή το πολιτικό αδιέξοδο που ενδέχεται να προκύψει από αυτήν) απαιτεί στη νέα χρονιά να γίνει η αρχή της επιτακτικά αναγκαίας υπέρβασης για τα κόμματα και την κοινωνία στο σύνολό τους: για τα κόμματα έτσι, ώστε η πολιτική να γίνεται όχι μόνο για ό,τι και με ό,τι χωρίζει, αλλά για ό,τι και με ό,τι ενώνειž για την κοινωνία έτσι, ώστε όχι μόνο να γνωρίζει και να διεκδικεί δικαιώματα αλλά και να αισθάνεται και να εκπληρώνει υποχρεώσεις. Αυτήν την υπέρβαση μπορεί και οφείλει να κάνει πρώτα η Νέα Δημοκρατία, εφ’ όσον είναι το μόνο κόμμα που έχει το αναγκαίο ιστορικό παράδειγμα – την αναμφισβήτητη εθνική προσφορά του ιδρυτού του.
 
 
Ιω.  Τουλουμάκος
Ομότιμος Καθηγητής
της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου