25/1/09

Η «ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΑ» ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΠΟΥΣ

  
Κυριακή, 25 Ιανουάριου 2009 23:00
Ο πρόεδρος Μπους εγκαταλείπει τον Λευκό Οίκο με δημοσκοπική δημοτικότητα που υπολείπεται εκείνης όλων των προκατόχων του, εξαιρουμένου του προέδρου Τρούμαν. Ωστόσο, ορισμένοι αναλυτές επιμένουν, ότι, όπως συνέβη με τον 33ο Αμερικανό πρόεδρο, η Ιστορία θα κρίνει και τον 43ο ευμενέστερα απ’ ό,τι οι σύγχρονοί του. Και ναι μεν είναι υπερφίαλο να επιχειρεί κανείς να προεξοφλήσει την κρίση του ιστορικού του μέλλοντος, πλην όμως ορισμένες από τις αιτιάσεις κατά του απερχόμενου προέδρου προσφέρονται ήδη σε μια κριτική αξιολόγηση. Με κυριότερη τη μομφή της «μονομέρειας» που προσάπτεται στην αμερικανική εξωτερική πολιτική της τελευταίας οκταετίας.
 
Πράγματι δε, μια προσεκτικότερη ματιά στους χειρισμούς των μεγάλων διεθνών ζητημάτων των τελευταίων οκτώ χρόνων από την Ουάσινγκτον, ιδίως κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία Μπους, τείνει να διαψεύσει την ευρύτατα διαδεδομένη εντύπωση ότι οι Αμερικανοί αγνόησαν συστηματικά τη «διεθνή κοινότητα», επιλέγοντας ως κύριο μέσο ενεργείας, αντί της διπλωματίας, την αυθαίρετη στρατιωτική βία. Πιο συγκεκριμένα:
 
***
 
Αντιμέτωπη με την εκβιαστική στάση της Βόρειας Κορέας, η κυβέρνηση Μπους, επί τα ίχνη εκείνης του κ. Κλίντον, κατέβαλε υπομονετικές προσπάθειες, τόσο διμερώς, όσο και στο πλαίσιο των «εξαμερών διαπραγματεύσεων» – συμμετέχουν, εκτός των ΗΠΑ, οι δύο Κορέες, η Ιαπωνία, η Κίνα και η Ρωσία – για να αποτρέψει, χωρίς προσφυγή στη βία, την άκρως αποσταθεροποιητική για ολόκληρη την Ανατολική Ασία πυρηνικοποίηση της Πιονγκγιάνγκ. Προσφέροντας ως αντάλλαγμα στο τυραννικό και ανασφαλές βορειοκορεατικό καθεστώς ισχυρά οικονομικά κίνητρα και τη διαβεβαίωση ότι δεν αποσκοπεί στην ανατροπή του.
 
Η επιχείρηση κατά του ισλαμικού εξτρεμισμού στο Αφγανιστάν εκτυλίσσεται στον αστερισμό της πολυμέρειας. Ευθύς εξ αρχής, πλείονες χώρες, ευρωπαϊκές και μη, παρέσχον τη στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική συμβολή τους. Από δε τον Αύγουστο 2003, η εκεί διεθνής δύναμη ISAF (International Security Assistance Force) διατελεί υπό νατοϊκή διοίκηση. Τον φόρο αίματος, ωστόσο, καταβάλλουν κυρίως οι Αμερικανοί και ορισμένοι σύμμαχοι, όπως οι Βρετανοί και οι Καναδοί. Με τους Γερμανούς δε και άλλους απρόθυμους να αυξήσουν – ή καν να διατηρήσουν – την αφγανική στρατιωτική εμπλοκή τους, και με τον πρόεδρο Ομπάμα να προτίθεται να αναδείξει το Αφγανιστάν σε κύριο μέτωπο κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας, αυξάνοντας μεταξύ άλλων τις εκεί αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά και επιζητώντας την αυξημένη στρατιωτική συμμετοχή των νατοϊκών συμάχων, ενδέχεται οι ευρωαμερικανικές σχέσεις να δοκιμασθούν εκ νέου.
 
Πολυμερής, όμως, διπλωματία έχει ασκηθεί από τις ΗΠΑ και έναντι του ιερατείου της Τεχεράνης  Επανειλημμένως, αρχικά επί Κλίντον, αλλά εν συνεχεία και επί Μπους, οι ΗΠΑ φάνηκαν διατεθειμένες να εξετάσσουν τη σταδιακή εξομάλυνση των σχέσεών τους με το Ιράν, υπό τον διττό όρο ότι η ιρανική ηγεσία θα εγκαταλείψει τις πυρηνικές της φιλοδοξίες και θα παύσει να χρηματοδοτεί, εξοπλίζει και εν πολλοίς κατευθύνει τρομοκρατικές οργανώσεις ανά τον μεσανατολικό χώρο. Ενώ, ειδικότερα για την αποτροπή της πυρηνικοποίησης του ιρανικού καθεστώτος, οι Αμερικανοί συνεργάζονται εδώ και καιρό με τους κοινοτικούς Ευρωπαίους, τη Ρωσία και την Κίνα, στους κόλπους, μεταξύ άλλων, της ομάδας Ρ+1 (συγκροτούμενης από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας συν τη Γερμανία), προκειμένου, μέσω ενός συνδυασμού οικονομικών κινήτρων και κυρώσεων, να πεισθούν οι Ιρανοί να συμμορφωθούν με τις σχετικές αποφάσεις του παγκόσμιου οργανισμού. Δυστυχώς, η ιρανική απόκριση στα αμερικανικά αυτά ανοίγματα υπήρξε, μέχρι στιγμής, παρελκυστική, με την Τεχεράνη να συνεχίζει αταλάντευτα, τόσο το πυρηνικό της πρόγραμμα, όσο και την πατρωνεία των ακραίων ισλαμιστών στον Λίβανο και στη Γάζα και τις αποσταθεροποιητικές της δραστηριότητες στο Ιράκ. Βέβαια, η δημόσια συμπερίληψη από τον πρόεδρο Μπους του Ιράν στον «άξονα του κακού», περί ης κατωτέρω, αποοτέλεσε πιθανότατα επικοινωνιακό σφάλμα. Την πραγματική, όμως, πολιτική του απελθόντος προέδρου αποδίδει η ακόλουθη δήλωσή του – την οποία θα μπορούσε ασφαλώς να προσυπογράψει και ο διάδοχός του: «Πάντοτε έλεγα ότι όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι, αλλά η πρώτη επιλογή για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι η επίλυση αυτού του [ιρανικού] προβλήματος  διπλωματικά. Γι’ αυτό και ασκούμε πολυμερή διπλωματία " [i]
 
Ανοικτή σε ευρεία διεθνή συνεργασία υπήρξε, εξ άλλου, και η πολιτική Μπους για το Παλαιστινιακό. Συνεχίζοντας, ουσιαστικά, τη γραμμή του προκατόχου του, ο απερχόμενος Αμερικανός πρόεδρος κατέβαλε επίμονες προσπάθειες για την προώθηση της λύσης «των δύο κρατών» – με αποκορύφωμα τη Διάσκεψη της Αννάπολης του Νοεμβρίου 2007, στην οποία συμμετέσχον άνω των σαράντα κρατών και διεθνών οργανισμών, μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Αραβική Ένωση, οι κύριες αραβικές χώρες συμπεριλαμβανομένης και της Συρίας, η Ρωσία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο ΟΗΕ. Και συνεπώς είναι άδικο να του αποδίδονται ευθύνες για την διαιώνιση της παλαιστινιακής κρίσης και, ειδικότερα,, για τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα της Γάζας. Όπως, άλλωστε, ούτε ο κ. Κλίντον μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τη δεύτερη Ιντιφάντα – την έκρηξη βίας μετά το ναυάγιο της διάσκεψης για το Παλαιστινιακό που υπό τη αιγίδα του διεξήχθη τον Ιούλιο 2000 στο Κάμπ Ντέιβιντ. Μένει, φυσικά, να φανεί κατά πόσον ο κ. Ομπάμα – ο οποίος, μιμούμενος κατά τούτο τους δύο προκατόχους του, διόρισε ήδη προσωπικό απεσταλμένο για την προώθηση της ειρηνευτικής διαδικασίας – θα αποδειχθεί ευτυχέστερος. Οι ενδείξεις, πάντως, δεν είναι ενθαρρυντικές. Μεταξύ άλλων, η παλαιστινιακή πλευρά είναι βαθύτατα διαιρεμένη – και κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από τους εξτρεμιστές της Χαμάς. Ενώ, ως πιθανότερο νικητή των ισραηλινών βουλευτικών εκλογών της 10ης Φεβρουαρίου οι σφιγμομετρήσεις φέρουν τον σκληροπυρηνικό ηγέτη του Λικούντ κ. Νετανιάχου.
 
 
***
 
Τελικά, αν αγνοηθούν ορισμένες ομολογουμένως αδέξιες δηλώσεις του κ. Μπους και συνεργατών του,[ii] οι αιτιάσεις για  «μονομέρεια» που απευθύνονται στον απερχόμενο πρόεδρο εστιάζονται στα εξής δύο ζητήματα: Στις αμφιλεγόμενες, αλλά πάντως, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, διακομματικές κατ’ουσίαν, αμερικανικές θέσεις για την αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος του πλανήτη και στη συνακόλουθη άρνηση της Ουάσινγκτον να κυρώσει το Πρωτόκολλο του Κυότο.[iii] Και, ιδίως, στο Ιρακινό.
 
Το Ιράκ ανέδειξε πράγματι το πάγιο δίλημμα της αμερικανικής υπερδύναμης, αλλά και των μεγάλων δυνάμεων γενικότερα. Η ανατροπή του Σαντάμ εκρίθη από την αμερικανική ηγεσία ζωτικής σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Ήδη, άλλωστε, επί προεδρίας Κλίντον, η καθεστωτική αλλαγή στη Βαγδάτη είχε ανακηρυχθεί σε επίσημη αμερικανική πολιτική, με το Κονγκρέσο να υιοθετεί και τον πρόεδρο να υπογράφει την «Πράξη Απελευθέρωσης του Ιράκ». Στο κλίμα δε που διαμόρφωσαν η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η αλαζονική συμπεριφορά του ιρακινού δικτάτορα, και οι διαθέσιμες πληροφορίες για τις ιρακινές πυρηνικές δυνατότητες και προθέσεις, η κυβέρνηση Μπους ανήγαγε την ανατροπή του σανταμικού καθεστώτος σε κορυφαία προτεραιότητά της – υλοποιηθησόμενη κατόπιν έγκρισης, ει δυνατόν, από τον ΟΗΕ, αλλά εν ανάγκη και χωρίς αυτήν, κατά το προηγούμενο της νατοϊκής επίθεσης κατά της Γιουγκοσλαβίας. Διότι καμία μεγάλη δύναμη δεν είναι διατεθειμένη να εξαρτήσει την υπεράσπιση ζωτικών της συμφερόντων από την απόφαση ενός Συμβουλίου Ασφαλείας στο οποίο συμμετέχουν με βέτο γεωπολιτικοί της αντίπαλοι. Παγκόσμια κυβέρνηση δυστυχώς δεν υφίσταται – και ούτε πρόκειται να συγκροτηθεί στο δυνάμενο να προβλεφθεί μέλλον.
 
Σε ό,τι, ειδικότερα, αφορά στη στάση των κοινοτικών Ευρωπαίων έναντι του Ιρακινού, πολύ συχνά λησμονείται ότι κάθε άλλο παρά ενιαία υπήρξε. Τονίζεται η αντίθεση στο αμερικανικό εγχείρημα του – τότε – γαλλογερμανικού άξονα, αλλά παραβλέπεται η ενεργός υποστήριξη που του παρέσχον οι Βρετανοί, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί καί άλλοι ευρωκοινοτικοί. Και, άλλωστε, ο αρχικός αυτός διχασμός στους κόλπους της ΕΕ έχει πλέον ξεπεραστεί, καθότι οι αμερικανικές πολιτικοστρατιωτικές προσπάθειες, εις πείσμα της καταστροφολογίας πολλών, μακράν του να οδηγήσουν στο χάος, διαμορφώνουν στο μετασανταμικό Ιράκ  μια νέα και εν δυνάμει ελπιδοφόρα για την περιοχή τάξη πραγμάτων. Ενώ, η εξαγγελθείσα από τον πρόεδρο Ομπάμα απόσυρση του κύριου όγκου των αμερικανικών δυνάμεων από τη χώρα θα αχθεί, κυρίως, εις πέρας από τον υπουργό άμυνας Γκέιτς και τον αρχιστράτηγο για την ευρύτερη Μέση Ανατολή Πετρέους, ήτοι δύο αξιωματούχους που άσκησαν τα ίδια καθήκοντα και επί της απερχόμενης κυβέρνησης Μπους – έχει δε ήδη προετοιμασθεί στρατιωτικά, πολιτικά και διπλωματικά, και εν μέρει δρομολογηθεί, από την τελευταία αυτή.
 
***
 
Ενδέχεται ο νέος πρόεδρος, λόγω εξαιρετικών προσωπικών ικανοτήτων, αλλά επωφελούμενος και της παγκόσμιας απήχησης της εκλογικής του επικράτησης, να αποδειχθεί αποτελεσματικότερος του παλαιού στον χειρισμό της διεθνούς κοινής γνώμης. Ωστόσο, η μοίρα των ισχυρών είναι να προκαλούν συχνά τη δυσφορία και ακόμη και τον φθόνο. Στο – περιορισμένο – μέτρο που ευσταθεί, η προσαφθείσα στον πρόεδρο Μπους κατηγορία της «μονομέρειας» αφορά ουσιαστικά στην άσκηση από την υπερδύναμη του δύσκολου και αναπόφευκτα δυσάρεστου για κάποιους παγκόσμιου εξισορροπητικού της ρόλου. Και ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανόν, υπό τη μια ή την άλλη μορφή, να εκτοξευθεί εν καιρώ και κατά του προέδρου Ομπάμα.
 
Σχόλια επί του κειμένου αυτού μπορούν να αναρτηθούν στο Blog του Διπλωματικού Περισκοπίου.
Σύνδεσμος ΕΔΩ


[i] Βλ. Brian Knowlton, Bush says U.S. prefers diplomacy on Iran’s nuclear efforts, “International Herald Tribune”, 3-7-2008.
[ii] Επί παραδείγματι, η ακόλουθη δήλωση στην οποία, υπό το κράτος του σοκ της τρομοκρατικής επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, προέβη εννέα ημέρες αργότερα ενώπιον του Κονγκρέσου: «Θα διώξουμε έθνη που παρέχουν βοήθεια ή καταφύγιο στην τρομοκρατία. Κάθε έθνος, σε κάθε περιοχή, πρέπει τώρα να λάβει μια απόφαση. Είτε είστε μαζί μας, είτε είστε με του τρομοκράτες.»  Περιττά ενδεχομένως προβλήματα για την αμερικανική διπλωματία δημιούργησε και η κατάταξη, μαζί με το Ιράκ και τη Βόρεια Κορέα, του Ιράν, στον «άξονα του κακού», τον οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος στηλίτευσε στην Έκθεση για την Κατάσταση της Ένωσης που παρουσίασε στο Κονγκρέσο την 29 Ιανουρίου 2002. Όπως και η συμπερίληψη από την υπουργό εξωτερικών κυρία Ράις, τον Ιανουάριο 2005, μαζί με τη Β. Κορέα και το Ιράν, και της Κούβας, της Λευκορωσίας, της Ζιμπάμπουε και της Μυανμάρ στα «Προπύργια της Τυραννίας».

[iii] Το Πρωτόκολλο του Κυότο υπεγράφη στις 12 Νοεμβρίου 1998 από τον τότε αντιπρόεδρο Αλ Γκορ – με τον Δημοκρατικό γερουσιαστή Τζόζεφ Λίμπερμαν να δηλώνει, όμως, ότι δεν επρόκειτο να κυρωθεί, όσο δεν προέβλεπε περιορισμούς και για τις αναπτυσσόμενες χώρες. (Στο αμερικανικό στόχαστρο εν προκειμένω βρίσκονται κατά κύριο λόγο η Κίνα και η Ινδία.) Ενώ, εν συνεχεία ούτε ο πρόεδρος Κλίντον, ούτε ο πρόεδρος Μπους, υπέβαλε το επίμαχο αυτό πρωτόκολλο σε ένα αρνητικό Κονγκρέσο για κύρωση. Σημειωτέον, πάντως, ότι οι ΗΠΑ συμμετέχουν ενεργώς στις συνεχιζόμενες διεθνείς διαπραγματεύσεις για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, τόσο στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Framework Convention on Climate Change ή UNFCCC), όσο και στους κόλπους της Ομάδας G8+5 (συγκροτούμενης από τις οκτώ οικονομικώς ισχυρότερες χώρες συν τη Βραζιλία, την Κίνα, την Ινδία, το Μεξικό και τη Ν. Αφρική).  Γεγονός, ωστόσο, είναι ότι ο νέος Αμερικανός πρόεδρος κ. Ομπάμα επιδεικνύει μεγαλύτερο ζήλο για τα περιβαλοντικά απ’ό,τι ο προκάτοχός του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου