13/1/09

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΓΑΖΑΣ

  
Τρίτη, 13 Ιανουάριου 2009 22:01
Ανεξάρτητα από την εκατέρωθεν προβαλλόμενη επιχειρηματολογία, φυσικό είναι κάθε μη πωρωμένος άνθρωπος να αισθάνεται οδύνη για τις ανθρώπινες απώλειες και ιδιαίτατα για τον θάνατο και τον τραυματισμό αμάχων που προκαλεί η σύρραξη του Ισραήλ με τη Χαμάς. Όπως, άλλωστε, συμβαίνει και προκειμένου για τις λοιπές πολεμικές συγκρούσεις ανά τον πλανήτη. Πέραν όμως της ανθρωπιστικής της πλευράς, η τραγωδία της Γάζας συγκρατεί την προσοχή και λόγω των ευρύτερων γεωπολιτικών της επιπτώσεων – η ρεαλιστική εκτίμηση των οποίων προϋποθέτει την κατανόηση του διακυβεύματος και των στοχεύσεων, τόσο των άμεσα, όσο και των έμμεσα εμπλεκομένων στην κρίση.
 
***
 
Το έναυσμα για την ισραηλινή επιδρομή έδωσε η Χαμάς. Μια πολιτικοστρατιωτική οργάνωση αναδυθείσα από τους κόλπους της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και φέρουσα ως εκ τούτου εμφανή την σφραγίδα του ισλαμικού εξτρεμισμού. Και η οποία, αφού επεκράτησε κατά τις βουλευτικές εκλογές του 2006 στα υπό την Παλαιστινιακή Αρχή εδάφη, συγκρούσθηκε με τον επίσης εκλεγμένο, ένα χρόνο πριν, μετριοπαθή Παλαιστίνιο πρόεδρο – και ηγέτη της ιδεολογικής και κομματικής της αντιπάλου Φατάχ – Μαχμούντ Αμπάς και έθεσε υπό τον έλεγχό της τη Λωρίδα της Γάζας, καταστέλλοντας βιαίως τις εκεί αντιπολιτευόμενες δυνάμεις. Στηρίζεται κυρίως από το Ιράν – το οποίο την χρηματοδοτεί, την εφοδιάζει με στρατιωτικό υλικό και παρέχει στρατιωτική εκπαίδευση σε στελέχη της – αλλά και από τη Συρία, όπου κατοικοεδρεύει ο αρχηγός της Χαλέντ Μασάαλ. Με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ιαπωνία, από την άλλη, να την κατατάσσουν επισήμως μεταξύ των τρομοκρατικών οργανώσεων. Κεκηρυγμένος στόχος της είναι η κατάλυση του εβραϊκού κράτους – το οποίο και αρνείται να αναγνωρίσει – και η αντικατάστασή του από ισλαμικό. Και συνακόλουθα, κατά την τελευταία οκταετία, αψηφώντας τα σκληρά ισραηλινά αντίποινα, εξαπέλυσε περί τις 8,500 ρουκέτες κατά του ισραηλινού εδάφους. Ενώ, η απόφασή της να τερματίσει την εξάμηνη εκεχειρία με το Ισραήλ, που με αιγυπτιακή διαμεσολάβηση είχε συμφωνηθεί τον περασμένο Ιούνιο, πυροδότησε την ισραηλινή επίθεση της 27ης Δεκεμβρίου.
 
Τα εν προκειμένω κίνητρα της Χαμάς αποτελούν αντικείμενο αντικρουόμενων υποθέσεων. Το πιθανότερο είναι ότι η ηγεσία της εκλαμβάνει την ειρηνευτική διαδικασία ως απειλή περιθωριοποίησης και αποδυνάμωσής της. Κατά τα λοιπά, όμως, δεν αποκλείεται η επανάληψη των πυραυλικών επιθέσεών της να οφείλεται και σε υποτίμηση της ισραηλινής αντίδρασης. Ενδέχεται, δηλαδή, οι ιθύνοντες της να υπέθεσαν ότι οι Ισραηλινοί, υπό το φως των αρνητικών, σε επικοινωνιακό τουλάχιστον επίπεδο, αποτελεσμάτων της προ διετίας στρατιωτικής επιχείρησής τους στο Λίβανο  – με την Χεζμπολάχ, παρά τις βαρείες απώλειές της, να κερδίζει τις εντυπώσεις, απλώς επιβιώνοντας – θα απέφευγαν την κλιμάκωση. Ή ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα οδηγούντο σε ανάλογη στρατηγική αμηχανία.
 
***
 
Όπως, όμως, και αν έχει το πράγμα, το Ισραήλ δείχνει αποφασισμένο, όχι μόνο να θέσει τέρμα στις εκτοξεύσεις ρουκετών κατά του εδάφους του, αλλά και να αποκαταστήσει την πληγείσα από την λιβανική περιπέτεια αξιοπιστία του πολιτικοστρατιωτικού του αποτρεπτικού – ζωτικής σημασίας για την κρατική επιβίωση των πεντέμισυ εκατομμυρίων Εβραίων μέσα σε μια θάλασσα 320 εκατομμυρίων Αράβων. Άμεσοι δε στόχοι του είναι, αφ’ενός, η δραστική απομείωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Χαμάς, και, αφ’ετέρου, ο υπό κατάλληλο διεθνή έλεγχο οριστικός τερματισμός των επιθέσεων και του ανεφοδιασμού σε στρατιωτικό υλικό της τελευταίας αυτής.
 
Σημειωτέον ότι, έχοντας με δική τους πρωτοβουλία αποσυρθεί προ πενταετίας από τη Λωρίδα της Γάζας – απομακρύνοντας μάλιστα, εν μέρει με τη χρήση βίας, και τους εκεί 8,500 Εβραίους εποίκους – οι Ισραηλινοί ουδόλως επιθυμούν να την ανακαταλάβουν. Μεσοπρόθεσμη, όμως, επιδίωξή τους ασφαλώς είναι – και άλλωστε αρκετοί αξιωματούχοι τους δεν το αποκρύπτουν – η αντικατάσταση της Χαμάς από μετριοπαθέστερα παλαιστινιακά στοιχεία. Ιδεωδώς, με την υπαγωγή της περιοχής υπό τον έλεγχο της Παλαιστινιακής Αρχής. Χωρίς, πάντως, να αποκλείεται η σκληροπυρηνική πτέρυγα του ισραηλινού πολιτικού φάσματος να θεωρεί την παραμονή της Χαμάς στην εξουσία βολικό άλλοθι για την αποφυγή των οδυνηρών εδαφικών παραχωρήσεων, που κατ’ ανάγκην συνεπάγεται η οριστική επίλυση του Παλαιστινιακού .
***
 
Μια ιδιαιτέρως, εξ άλλου, σημαντική και συνάμα αποκαλυπτική πτυχή της κρίσης της Γάζας είναι η παρατηρούμενη στους κόλπους του αραβικού κόσμου διαίρεση. Με τις λαϊκές μάζες να υποστηρίζουν ενθέρμως τη Χαμάς. Αλλά με τις περισσότερες αραβικές κυβέρνησεις, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων από τις σημαντικότερες – ειδικότερα, της αιγυπτιακής, της σαουδαραβικής, και της ιορδανικής – να την αντιμετωπίζουν με άκρα ανησυχία. Φοβούμενες ότι οι ιδεολογικές θέσεις και οι δραστηριότητες της ακραίας ισλαμικής αυτής οργάνωσης συνιστούν απειλή, τόσο για την εσωτερική σταθερότητα των χωρών τους, όσο – στο μέτρο ιδίως που διευκολύνουν την επέκταση της επιρροής του Ιράν – και για τις περιφερειακές ισορροπίες. Ενώ η Συρία, η μόνη σημαντική αραβική χώρα φιλική προς την Χαμάς – και διατηρούσα και στενούς δεσμούς με το Ιράν, παρά τις θρησκευτικές και γεωπολιτικές με αυτό διαφορές της – δείχνει, τον τελευταίο ιδίως καιρό, να επιθυμεί την επίλυση των διαφορών της με το Ισραήλ και την αποκατάσταση των σχέσεών της με τη Δύση. Και, επομένως, μια κρίση όπως η παρούσα, η οποία εκ των πραγμάτων δυσκολεύει τη διττή αυτή της επιδίωξη, δεν πρέπει να την ευχαριστεί.
 
Σε αντίθεση με τη στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των Αράβων ιθυνόντων, οι κυβερνώντες στην Τεχεράνη θεωρούν τη Χαμάς – παρά τη σουνιτική θρησκευτική της απόχρωση, και ίσως, εν μέρει, λόγω αυτής – πολλαπλώς χρήσιμο όργανο άσκησης πολιτικής. Η πατρωνία που της προσφέρουν ενισχύει την εικόνα τους ως πρωταγωνιστικής δύναμης στον αγώνα κατά των μισητών Σιωνιστών – επιτρέποντάς τους να διεκδικήσουν τον ηγετικό εν προκειμένω ρόλο, τον οποίο οι Σαουδάραβες ουσιαστικά απεκδύθηκαν μετά την τρομοκρατική επίθεση της αλ Κάιντα κατά των Ηνωμένων Πολιτειών στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Και συγχρόνως θέτει στη διάθεσή τους ένα επί πλέον μέσο άσκησης πίεσης επί της Δύσης και ειδικότερα επί των ΗΠΑ.
 
Ενδεχόμενη, άρα, ήττα της Χαμάς κατά την εν εξελίξει αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ θα λειτουργήσει εις βάρος των ιρανικών συμφερόντων. Διό και η παθητική γενικώς αντιμετώπιση από το Ιράν της κρίσης της Γάζας –  ουσιαστικά περιορίσθηκε σε πλατωνικές δηλώσεις αλληλεγγύης με τους χειμαζόμενους Παλαιστινίους – προβληματίζει. Όπως άλλωστε και η αδράνεια της υπό ιρανική επίσης επιρροή Χεζμπολάχ. Με ορισμένους διεθνείς αναλυτές να αποδίδουν την αυτοσυγκράτηση της Τεχεράνης στην επιθυμία της να αποφύγει διεθνείς περιπλοκές ικανές να δυσχεράνουν την προώθηση του πυρηνικού της προγράμματος. Ενώ πιθανή εξήγηση της ιρανικής αυτής στάσης αποτελεί και ο φόβος μιας δυναμικής ισραηλινής αντίδρασης.
 
***
 
Απέναντι στη μεσανατολική αυτή πραγματικότητα, ΕΕ και ΗΠΑ, σε στενή συνεργασία, επιζητούν την κατάπαυση των εχθροπραξιών – η συνέχιση των οποίων τροφοδοτεί τα αντιδυτικά πάθη στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, ευνοεί την ισλαμική τρομοκρατία και θέτει σε κίνδυνο την ευστάθεια των μετριοπαθών, φιλοδυτικών κυβερνήσεων στην περιοχή. Συγχρόνως, όμως, οι Δυτικοί αποσκοπούν στην κατοχύρωση της ασφάλειας του Ισραήλ. Και απεύχονται την ενίσχυση της Χαμάς και κατ’ επέκταση και της θέσης του ιρανικού ιερατείου. Προς επίτευξη δε των πολλαπλών και εν μέρει αντιφατικών αυτών στόχων αξιοποιούν παραλλήλως πλείονες διπλωματικούς διαύλους – ΟΗΕ, Κουαρτέτο, διμερείς επαφές – με κεντρικό, πάντως, άξονα τη διαμεσολάβηση του Αιγύπτιου προέδρου κ. Μουμπάρακ.
 
Και ο μεν τερματισμός των συγκρούσεων και  η αποδοχή από τους αντιπάλους ενός καθεστώτος ειρηνικής συνύπαρξης, συνεπαγομένου και την επιβολή κάποιας μορφής διεθνούς ελέγχου επί των στρατιωτικών δραστηριοτήτων της Χαμάς, κατά πάσαν πιθανότητα προσεχώς θα επιτευχθεί. Οι προοπτικές, όμως, για την οριστική επίλυση του Παλαιστινιακού εμφανίζονται ιδιαίτερα ζοφερές. Συνεπεία της κρίσης, τα μίση και η αμοιβαία καχυποψία των άμεσα εμπλεκομένων έχουν κορυφωθεί, δυσχεραίνοντας τα μέγιστα τη δρομολόγηση ενός αποδοτικού διαλόγου επί τη βάσει της, εξαιρουμένων των ακραίων στοιχείων και των δύο πλευρών, γενικά αποδεκτής λύσης των «δύο κρατών». Ενώ δεν αποκλείεται οι εκλογές της 10ης Φεβρουαρίου στο Ισραήλ να αποδώσουν κυβέρνηση λιγότερο διαλλακτική από τη σημερινή. Και, ως εκ τούτου, είναι λίαν αμφίβολο κατά πόσον ο πρόεδρος Ομπάμα, στον οποίο η διεθνής κοινή γνώμη και αρκετές κυβερνήσεις έχουν επενδύσει τόσες ελπίδες, θα αποδειχθεί ευτυχέστερος του προκατόχου του – τουλάχιστον κατά την πρώτη φάση της θητείας του – ως προς τον χειρισμό του εκκρηκτικού και διαχρονικού αυτού προβλήματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου