9/1/09

ΜΙΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ

  
Παρασκευή, 09 Ιανουάριου 2009 21:34
Παρουσιάζοντας το βιβλίο της ομ. καθηγητρίας πανεπιστημίου κυρίας Δόμνας Δοντά με θέμα την Ανατολική Μεσόγειο και τη θέση και ρόλο της χώρας μας στο πλέγμα των αντιπαραθέσεων των μεγάλων δυνάμεων κατά την εκατονταετία που προηγήθηκε του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, ο πρέσβυς ε.τ. κ. Κωστής Ι. Αιλιανός μας παρέχει συγχρόνως μια ζωηρή, συνοπτική περιγραφή των εξελίξεων σε ένα μείζονος σημασίας για την Ελλάδα χώρο κατά μία κρίσιμη ιστορική περίοδο.


 
Δόμνα Βισβίζη-Δοντά.  Ανατολική Μεσόγειος. Πολιτική και οικονομική σημασία μιας θάλασσας (1815 -1914)
              Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα. Αθήνα-Κομοτηνή 2005, σελ 469
 
Η Δόμνα Βισβίζη- Δοντά, τ. καθηγήτρια Ιστορίας Νεωτέρων Χρόνων στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (1993-98) και τ. Διευθύντρια του Ιστορικού και Διπλωματικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών (1966-94), ειναι γνωστή ιστορικός που έχει σημαντικά έργα στο ενεργητικό της. Εχει εντρυφήσει σε πολλές φάσεις της ελληνικής και της ευρωπαικής ιστορίας, ιδιαίτερα κατά τον 19ο και τον 20ο  αιώνα. Με το παρόν, ωστόσο, έργο της η συγγραφεύς ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της καθαρά ελληνικής ιστοριογραφίας. Με ένα ευρύ πνεύμα ως προς την σύλληψη, στόχο έχει να καταδείξει την ενότητα του πολιτικο- οικονομικού χώρου της Ανατολικής Μεσογείου κατά τον 19ο αιώνα, σε μιά περίοδο δηλ., κατά την οποία ο διαμορφούμενος οικονομικός, και κατά συνέπεια ο πολιτικός, ανταγωνισμός των Μεγ. Δυνάμεων οδηγεί στον Α' Παγκ. Πόλεμο. Η εξουδετέρωση παραδοσιακών παικτών στην μεσογειακή λεκάνη και η ανάπτυξη νέων δυνάμεων, παράλληλα προς την πολιτική, αργότερα, της αποικιοκρατίας αλλά και της βιομηχανικής επαναστάσεως δημιουργεί νέες ανάγκες και , φυσικά, καινοφανείς συγκρούσεις συμφερόντων. Οι οδοί προς απομακρυσμένες περιοχές και οι λιμένες στην περιφέρεια της Μεσογείου προσδίδουν στην θάλασσα αυτή  πρωτόγνωρη δυναμική. Αυτή την διάσταση, σε συνάρτηση και με την επίκεντρη γεωγραφική θέση της Ελλάδος, προσπαθεί να αναδείξει η Δόμνα Βισβίζη-Δοντά. Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο, το αποτέλεσμα όμως, πολύ ικανοποιητικό. H προσπάθεια αυτή της συγγραφέως αποτελεί μια νεωτερικότητα, υπό την έννοια ότι η συγγραφεύς ξεφεύγει από την ελληνική οπτική της ιστορίας, και λαμβάνει την Ελλάδα ως συστατικό μιάς ευρύτερης περιοχής της οποίας αποτελεί μία από τις συνισταμένες. Πρέπει να χαιρετήσω την νέα αυτή ιστοριογραφική προσπέλαση.
 
Το έργο καλύπτει την περίοδο μεταξύ δύο καίριων στιγμών της ευρωπαικής ιστορίας: το Συνέδριο της Βιέννης, με το οποίο στην πράξη αρχίζει ο 19ος αιώνας, και την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που τερματίζεται πολιτικά. Το εναρκτήριο γεγονός καθορίζει τις νέες ισορροπίες μεταξύ των Δυνάμεων, όπως αυτές εκκολάφθηκαν από τους Ναπολεοντείους πολέμους. Το τελικό, αποτελεί, στην ουσία, την επισφράγιση του αιώνα που εληξε, και την δημιουργία, μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, του νέου χάρτη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, που ορίζει πλέον τις αναθεωρημένες σχέσεις των Δυνάμεων.
 
Η συγγραφεύς προτάσσει μία μακρά και άκρως κατατοπιστική εισαγωγή, γιά τις συνθήκες οι οποίες δέσποζαν στην Μεσόγειο από τα μέσα του 18ου αιώνος, με εστίαση στις οικονομικές παραμέτρους τους. Περιγράφει με ενάργεια  τα αποτελέσματα στον οικονομικό τομέα των νικών των Μεγ. Δυνάμεων έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσω των συνθηκών ειρήνης που υπεγράφοντο. Οπως επίσης τις διαρκείς προσπάθειες της Ρωσίας να απεγκλωβισθεί από τα Στενά, το οποίο επιτυγχάνει με την Συνθήκη του Κιουτζούκ-Καιναρτζή (1774), και την Συνθήκη Αμυντικής Συμμαχίας (1799). Η εξέλιξη αυτή, ήταν φυσικό, προκάλεσε την αντίδραση της Βρεταννίας η οποία κατώρθωσε να εξασφαλίσει, με τίς συνθήκες που τερμάτισαν τους Ναπολεοντείους πολέμους (1815), εμπορικά και οικονομικά προνόμια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η διελκυστίνδα αυτή απετέλεσε έναυσμα του ναυτικού ανταγωνισμού των Μεγ. Δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το κύριο τμήμα του βιβλίου αρχίζει με τις ισορροπίες που διαμορφώνονται στην Ευρώπη μετά το 1815, και χαρακτηρίζονται από τον ρωσο-βρεταννικό ναυτικό ανταγωνισμό. Η Ανεξαρτησία της Ελλάδος, το 1829, με την άμεση παρέμβαση των Δυνάμεων στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,απετέλεσε το νέο στοιχείο γι' αυτές, οι οποίες πλέον προσπαθούν να την προσεταιρισθούν, μεταξύ άλλων και γιά το εμπειρο και ευμεγέθες ναυτικό της.Η δημιουργία, ως εκ τούτου, του νέου κράτους, πέραν της πολιτικής ενείχε και κρίσιμη οικονομική διάσταση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στην όλη οικονομία του έργου, η παρουσία της Ελλάδος στην οικονομική ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου, αποτελεί το μόνιμο υδατογράφημα της σκέψεως της συγγραφέως.
 
Με ιδιαίτερη ιστορική ευαισθησία, ουσιώδεις λεπτομέρειες και παρατηρήσεις που κάνουν την ιστορία ζωντανή και κατανοητή, η Δ. Δοντά μας ταξιδεύει στο εναλασσόμενο τοπίο της περιοχής.Από τον αγγλο-ρωσικό ανταγωνισμό του 1827-29, και την δημιουργία της Ελλάδος, μεταφερόμεθα στην, υπό γαλλική προστασία, αιγυπτιακή πρωτοκαθεδρία των ετών 1833-41 - με την απόκτηση, σε πρώτη φάση, της Κρήτης -, γιά να οδηγηθούμε, εν συνεχεία στο σημαίνον γεγονός του μέσου του αιώνα, τον Κριμαικό πόλεμο (1856). Ηδη, εν τω μεταξύ, η ναυτική ισχύς της Βρεταννίας στην Μεσόγειο είχε εγκαθιδρυθή. Ο πόλεμος αυτός συνέβαλε στην ριζική αναμόρφωση των ισορροπιών στην Ευρώπη  και κατά συνεκδοχή στην λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. Κρίσιμη επίπτωση υπήρξε η ουδετεροποίηση του Ευξείνου Πόντου και η απαγόρευση του διάπλου του ρωσικού ναυτικού από τα Στενά, όπως επίσης ότι η Βρεταννία διατηρούσε τα πλεονεκτήματά της στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα Ιόνία Νησιά και η Μάλτα αποτελούσαν τότε τα δύο προπύργια της βρεταννικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Το Λονδίνο δε ενεθάρρυνε την Αθήνα να ενισχύσει το ναυτικό της ώστε να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο η βρεταννική θέση. Συγχρόνως ένα άλλο, μείζον τεχνολογικό, γεγονός, η διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ, προσέδωσε στον ανταγωνισμό των Δυνάμεων, και ιδιαιτέρως της Γαλλίας και της Βρεταννίας, ένα νέο περιεχόμενο, αλλά και νέες στρατηγικές δυνατότητες.
 
Οι όροι ειρήνης του Κριμαικού Πολέμου και η διωρυγα του Σουέζ, υπογραμμίζει η Δ. Δοντά, αποτελούν τα δύο νέα στοιχεία που κατευθύνουν τις διαμορφούμενες ισορροπίες στην υπό μελέτη περιοχη και συμβάλλουν ώστε η Ανατολική Μεσόγειος να παραμείνει το επίκεντρο της ευρωπαικής οικονομικής πολιτικής.
 
Η βιομηχανική επανάσταση, η αναπτυξη της παραγωγής, η αναζήτηση νέων αγορών εντός και εκτός Μεσογείου, όπως και οι ανάγκες σε πρώτες και ενεργειακές ύλες (πετρέλαιο) συνδιαμορφώνουν το νέο σκηνικό, παράλληλα με την εμφάνιση της αποικιοκρατίας από το 1880 περίπου. Οι λιμένες στον περίγυρο της λεκάνης ανάπτύσσονται έκτοτε δυναμικά και αποκτούν νέο ρόλο. Η δε Βρεταννία ολοκληρώνει τους στόχους της γιά τον έλεγχο της Μεσογείου και εξασφαλίση της επικοινωνίας με την Ινδία, με την κατάληψη της Κύπρου το 1878, και της Αιγύπτου/Διώρυγος το 1882.
 
Ωστόσο, η δεκαετία του 1880 τροποποιεί ριζικά τις ισορροπίες, με την ένταξη στο παιχνίδι δύο νέων παικτών, της Γερμανίας και της Ιταλίας. Η συγγραφεύς ξεχωρίζει την νέα αυτή περίοδο, κατά την οποία, όπως παρατηρεί, εκκολάπτεται σταδιακά, με πρώτο στάδιο τα Μεσογειακά Σύμφωνα (1887), η διαίρεση της Ευρώπης σε Τριπλή Συμμαχία και Τριπλή Συνεννόηση, που, εν συνεχεία οδηγεί στον Πρώτο Παγκοσμίο Πολέμο. Ο Bismarck, μετά την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, εγκαινιάζει την καλειδοσκοπική πολιτική του προς δημιουργία του πλέγματος των συμμαχιών γιά την διατήρηση της ειρήνης και την προώθηση, βεβαίως, των συμφερόντων του Βερολίνου. Ενθαρρύνει, κατ' αυτόν τον τρόπο την υπογραφή των Μεσογειακών Συμφώνων, θέτοντας στο προσκήνιο την Ιταλία, η οποία, αποβλέποντας σε ένα διευρυμένο ρόλο, αναπτύσσει τον στόλο της, εποφθαλμιώντας την κατοχή διαφόρων σημείων της Μεσογείου και αλλού (Δωδεκάνησος, Τριπολίτις, Ερυθραία ). Συγχρόνως, η Γερμανία, με τις βλέψεις της προς την Μεσοποταμία ( σιδηρόδρομος Βαγδάτης) και την Αφρική -δηλ. έξοδο στον Περσικό Κόλπο -  συμμετέχει στην αποικιοκρατική πολιτική, αναπτύσσοντας παράλληλα την οικονομική της επιρροή. Η Ρωσία  και η Αυστρο-ουγγαρία δεν συμμετέχουν άμεσα στην διαμόρφωση των ναυτικών ισορροπιών. Η παρουσία των νέων κρατών στην Βαλκανική σε συνάρτηση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ελκύουν περισσότερο την προσοχή τους. Η Δ. Δοντά περιγράφει αναλυτικά την ευκαμψία της γερμανικής πολιτικής έναντι της Μεγ. Βρεταννίας, κύριου παίκτη στην περιοχή, ώστε να ελέγξει την Μεσογειακή πολιτική του Λονδίνου, φέρνοντάς το αντιμέτωπο με το Παρίσι.
 
Ο ελλάδικός χώρος, ηταν φυσικό, έπαιζε ρόλο στα σχεδία των Δυνάμεων. Η Κρήτη, ιδιαιτέρως, με τις διαδοχικές επαναστάσεις της γιά αυτονομία και ένταξη της στον ελληνικό κορμό, απετέλεσε, με την ιδιάζουσα στρατηγική της θέση, σημείο αντιπαραθέσεως των Δυνάμεων, στο μέτρο που αποτελούσε ενά ακόμη εφαλτήριο στην επίτευξη των στόχων τους. Η συγγραφεύς αναπτύσσει διεξοδικά την παράμετρο αυτή, προβάλλοντας τις αντιδικίες και τους ανταγωνισμούς των Δυνάμεων με επίκεντρο την νήσο, κομβικό σημείο του εμπορίου της Μεσογείου, με απότερο στόχο, βέβαια, την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κρίση περί την Κρήτη ενείχε τον κίνδυνο δημιουργίας ευρύτερης αναταραχής, φέρνοντας εκ νέου και άκαιρα στο προσκήνιο το < Ανατολικό Ζήτημα>, το οποίο πάντοτε υφείρπε.
 
Πρωτότυπο και εξόχως ενδιαφέρον είναι το υποκεφάλαιο όπου η Δ.Δοντά περιγράφει την ανάπτυξη των λιμένων στον περίγυρο της Αν.Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, μεταξύ των οποίων και των Ελληνικών. Η ανάπτυξη δε των μεταξύ τους σχέσεων συνέβαλε και στην πολιτισμική ώσμωση των λαών.
 
Το έργο ολοκληρώνεται με μιά εισαγωγή στα προεόρτια του 1914, καθ' οδόν προς  την έναρξη του Παγκοσμίου Πολέμου. Η δραστηριοποίηση της Ιταλίας και, εν συνεχεία, οι Βαλκανικοί πόλεμοι ανατρέπουν την μέχρι τότε ναυτική ισορροπία. Εν τέλει, αφήνει να διαφανεί η Δ. Δοντά, ότι παρά την τόση διασύνδεση των οικονομικών συμφερόντων των Δυνάμεων, ο Μεγάλος Πόλεμος δεν είχε σαν έναυσμα τον οικονομικό ανταγωνισμό, αλλά κρίσιμα ερωτήματα ασφαλείας και γοήτρου σε ηπειρωτικά ζητήματα.
 
Η < Ανατολική Μεσόγειος> επιδιώκει να φέρει κοντύτερα προς τον μη ειδικό την διπλωματική ιστορία, στο μέτρο που φωτίζει μιά πιό πρακτική διάσταση των διεθνών σχέσεων, αυτήν της οικονομίας. Ο λόγος, εύληπτος, ρέει χωρίς περιττές υποσημειώσεις, παρά μόνο τις πλέον αναγκαίες. Ο αναγνώστης χαίρεται τις εύστοχες παρατηρήσεις της Δ. Δοντά, που κάνουν πιό ανάγλυφο το κείμενο  και κερδίζει από μιά αμεσότητα, μακρυά από την έννοια ενός επιστημονικού εγχειριδίου. Είναι ένα πρωτότυπο έργο που αξίζει να προσεχθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου