30/11/08

ΟΜΠΑΜΑ: ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ. ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  
Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008 09:25
Περισσότερο και από τις μέχρι τώρα λακωνικές και ενίοτε σιβυλλικές προγραμματικές δηλώσεις του κ. Ομπάμα, οι τμηματικά εξαγγελλόμενες επιλογές του για τις καίριες θέσεις του κρατικού μηχανισμού μας δίνουν μια πρώτη ιδέα του πνεύματος που θα διέπει τη νέα διακυβέρνηση. Από μια πρώτη δε αξιολόγηση των επιλογών αυτών προκύπτει ότι ο εν αναμονή πρόεδρος εμφορείται από ρεαλισμό και μέτρο, επιδιώκει τον συγκερασμό της αλλαγής με τη συνέχεια, και διαθέτει επαρκή αυτοπεποίθηση, ώστε να μην ορρωδεί προ της χρησιμοποίησης ανθρώπων με ισχυρή, αυτοδύναμη προσωπικότητα – εκ των οποίων μάλιστα, ορισμένοι προέρχονται από το αντίπαλο κομματικό στρατόπεδο ή υπηρέτησαν ή και υπηρετούν ακόμη υπό τον πρόεδρο Μπους, και άλλοι υπήρξαν μέχρι πρότινος σκληροί αντίπαλοί του στην αναμέτρηση για την εξασφάλιση του προεδρικού χρίσματος των Δημοκρατικού Κόμματος.  
 
***
 
Προτάσσοντας χρονικά την ανακοίνωση του οικονομικού του επιτελείου, ο κ. Ομπάμα κατέδειξε ότι, όπως αναμενόταν, η αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής κρίσης αποτελεί την κορυφαία αυτή τη στιγμή προτεραιότητά του. Ενώ η ανάθεση της ηγεσίας του υπουργείου οικονομικών και του όχι ίσως λιγότερο σημαντικού Συμβουλευτικού Σώματος Οικονομικής Ανασυγκρότησης, αντιστοίχως στον επικεφαλής της Ομοσπονδιακής  Τράπεζας (Federal Reserve Bank) Νέας Υόρκης Τίμοθι Γκάιτνερ – ένα τεχνοκράτη που έχει ενεργώς συμμετάσχει στη διαμόρφωση της χρηματοπιστωτικής πολιτικής της Ουάσινγκτον επί κυβέρνησης Μπους – και τον επί Κάρτερ πρόεδρο της κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Πολ Βόλκερ, υποδηλώνει τη βούληση του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου να αποφύγει τον οικονομικό λαϊκισμό, τον οποίο ουκ ολίγοι οπαδοί του έχουν τάση να ταυτίζουν με το προεκλογικό σύνθημα της «αλλαγής».[i] Στην ίδια δε αυτή προσέγγιση της οικονομικής πολιτικής εντάσσεται και η τοποθέτηση ως υπουργού εμπορίου του κυβερνήτη της πολιτείας του Μεξικού, πρώην πρέσβη στα Ηνωμένα Έθνη, και γνωστού για τις φιλελεύθερες απόψεις του σε σχέση με το διεθνές εμπόριο, Μπιλ Ρίτσαρντσον. Δεν πρέπει συνεπώς να εκπλήσσει το συμπέρασμα του γνωστού Αμερικανού αναλυτή Τζορτζ Φρίντμαν ότι «όλα όσα κάνει με τους διορισμούς του ο Ομπάμα σηματοδοτούν τη συνέχεια στην αμερικανική πολιτική». [ii]
 
Ανάλογη δε αντίληψη σαφέστατα πρυτανεύει και στη στελέχωση της νέας αμερικανικής κυβέρνησης στους τομείς των εξωτερικών σχέσεων, της άμυνας και της ασφάλειας. Ήδη ανακοινώθηκε ότι επικεφαλής του υπουργείου άμυνας παραμένει ο σημερινός υπουργός Ρόμπερτ Γκέιτς. Ήτοι ένας μετριοπαθής Ρεπουμπλικανός, στενά ταυτισθείς μεταξύ άλλων, με την επιτυχή αναπροσαρμογή της ιρακινής πολιτικής του κ. Μπους κατά την τελευταία διετία και ειδικότερα με τη στρατηγική της «πλημμυρίδας» [surge] – στρατηγική, σημειωτέον, την οποία κατά την εξαγγελία της τον Ιανουάριο 2007 [iii] ο κ. Ομπάμα είχε επικρίνει ως αναποτελεσματική. Ενώ δεν στερείται σημασίας το ότι, σύμφωνα με αξιόπιστες δημοσιογραφικές πληροφορίες, τη διατήρηση του κ. Γκέιτς εισηγήθηκε ο στενός συνεργάτης του πρεσβύτερου Μπους, αντιπτέραρχος ε.α. Μπρεντ Σνόουκροφτ – τον οποίο, χαρακτηριστικά, ο εν αναμονή πρόεδρος εδώ και καιρό αθορύβως συμβουλεύεται.[iv]
 
Σύμφωνα δε με την ίδια ως άνω δημοσιογραφική πηγή, ο κ. Σνόουκροφτ συνέβαλε επίσης στον προεξοφλούμενο διορισμό ως Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Προέδρου και υπεύθυνου για τη λειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας του παλαιού συνεργάτη του, στρατηγού των πεζοναυτών ε.α. και πρώην νατοϊκού Ανώτατου Στρατιωτικού Διοικητή Ευρώπης Τζέιμς Τζόουνς.[v] Ενός ανδρός γνωστού για τον ισχυρό χαρακτήρα, τις γνώσεις, αλλά και τη μετριοπάθειά του. Στον οποίο μάλιστα, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, προσέφευγαν για συμβουλές, τόσο ο κ. Ομπάμα, όσο και ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος και παλαιός προσωπικός φίλος του στρατηγού κ. Μακ Κέιν. [vi]
 
Αναμφίβολα, όμως, η πιο αξιοπρόσεκτη και οπωσδήποτε η πιο πολυσυζητούμενη πτυχή της υπό συγκρότηση νέας κυβέρνησης είναι η επικείμενη, όπως όλα δείχνουν, ανάθεση του υπουργείου εξωτερικών στη Χίλαρι Κλίντον: Πρώην Πρώτη Κυρία και πείσμονα και συχνά δηκτική διεκδικήτρια της Δημοκρατικής προεδρικής υποψηφιότητας – οι θέσεις της οποίας κατά την προεκλογική εκστρατεία επί κρίσιμων θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής, όπως ο πόλεμος του Ιράκ, η αντιμετώπιση του Ιράν, ή η προσέγγιση του Παλαιστινιακού, φάνηκαν να διαφοροποιούνται επί το σκληροπυρηνικότερο από τις λίαν προσεκτικές και συχνά διφορούμενες  απόψεις που εξέφραζε ο τότε αντίπαλός της για το χρίσμα κ. Ομπάμα
 
Το επιτελείο του εν αναμονή προέδρου συμπληρώνει ο αντιπρόεδρος Τζόζεφ Μπάιντεν – ατυχήσας και αυτός, όπως και η κυρία Κλίντον και ο κ. Ρίτσαρντσον, διεκδικητής του Δημοκρατικού προεδρικού χρίσματος και ειδικός κατά τεκμήριον στα της εξωτερικής πολιτικής, ως εκ της θητείας του στην προεδρία της σχετικής επιτροπής της Γερουσίας. Τα ακριβή του καθήκοντα, πέραν φυσικά των – λίαν περιορισμένων – που του εκχωρεί το αμερικανικό σύνταγμα – παραμένουν μέχρι στιγμής αδιευκρίνιστα. Πιθανολογείται, όμως, ότι – σε αντίθεση, φερ’ ειπείν, με τον κ. Γκορ, στον οποίο, ως αντιπρόεδρο, ο πρόεδρος Κλίντον είχε αναθέσει τα περιβαλλοντικά – δεν πρόκειται να αναλάβει συγκεκριμένο τομέα αρμοδιότητας, αλλά ότι θα ασκήσει τον ρόλο του πρώτου τη τάξει συμβούλου  του προέδρου επί του συνόλου της κυβερνητικής πολιτικής.
 
***
 
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νέας αμερικανικής ηγετικής αυτής ομάδας φυσικό είναι να γεννούν ερωτηματικά, τόσο για την κατεύθυνση που θα λάβει η αμερικανική πολιτική μετά την 20η Ιανουαρίου – ημερομηνία μεταβίβασης της εξουσίας από τον παλαιό στον νέο πρόεδρο – όσο και για τη δυνατότητα οι αξιωματούχοι που θα περιβάλουν τον πρόεδρο να συνεργασθούν αρμονικά και με αυτόν και μεταξύ τους.
 
Και ως προς μεν τους προσανατολισμούς της νέας κυβέρνησης, με τις επιλογές του ο κ. Ομπάμα φαίνεται να διαμηνύει ότι σκοπεύει να αποφύγει ιδεολογικές αγκυλώσεις και να υιοθετήσει μία ρεάλπολιτίκ εμπλουτισμένη, σε σύγκριση με την πολιτική πρακτική του προκατόχου του, στο μεν εσωτερικό με μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία, στον δε διεθνή χώρο με μεγαλύτερη διπλωματική ευελιξία.
 
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στην εξωτερική και αμυντική πολιτική της προεδρίας Ομπάμα, κρίνοντας κανείς από τα πρόσωπα που προαλείφονται για τις νευραλγικές θέσεις ευθύνης οδηγείται στην πρόβλεψη ότι – εκτός, φυσικά, απρόοπτων διεθνών εξελίξεων – δεν πρόκειται να σημειωθεί θεαματική απόκλιση από τη γραμμή της δεύτερης τετραετίας Μπους. Το αποκλείουν άλλωστε τα ίδια τα αντικειμενικά δεδομένα της διεθνούς σκηνής.
 
Επί παραδείγματι, η εντελώς πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης για τη σταδιακή αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ εντός τριετίας, με παράλληλη κατοχύρωση των εκεί κεκτημένων αναφορικά με την ενότητα της επικράτειας και τη σταθερότητα της κρατικής εξουσίας, θα επιτρέψει στον αυριανό πρόεδρο να αγνοήσει ευσχήμως τις, σκοπίμως ασαφείς άλλωστε, προεκλογικές τοποθετήσεις του υπέρ μιας ταχύτερης – και συνακόλουθα ριψοκίνδυνης – απόσυρσης. Προς την κατεύθυνση δε αυτή θα συμπράξουν ενεργώς, αν δοθεί πίστη στις μέχρι τώρα σχετικές τοποθετήσεις τους, τόσο οι Γκέιτς, Κλίντον, Μπάιντεν και Τζόυνς, όσο και οι στρατιωτικοί αρχιτέκτονες της επιτυχίας της ιρακινής πολιτικής Μπους των τελευταίων δύο ετών – οι στρατηγοί Νέιβιντ Πετρέους και Ρέι Οντιέρνο, αντιστοίχως σήμερα διοικητής της αρμόδιας για την ευρύτερη Μέση Ανατολή αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης και διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ. Οι οποίοι, όπως έχει καταλλήλως γνωστοποιηθεί, απολαύουν της προσωπικής εμπιστοσύνης του κ. Ομπάμα και θα διατηρηθούν και αυτοί στις θέσεις τους.
 
Ανάλογη δε ομοθυμία αναμένεται να σημειωθεί και ως προς τη συνέχιση του αγώνα κατά της τρομοκρατίας – είτε εξακολουθήσει η επίσημη Ουάσινγκτον να τον αποκαλεί, κάπως καταχρηστικά, «πόλεμο», είτε όχι – και την εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν, με παράλληλη επιδίωξη και πολιτικής λύσης, εμπνευσμένης μερικώς από τις εμπειρίες του στρατηγού Πετρέους στο Ιράκ. Ενώ, ως προς το Ιρανικό και το Βορειοκορεατικό, το πιθανότερο είναι ότι οι εν εξελίξει πολυμερείς διαπραγματεύσεις θα ενταθούν, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των διεθνών οικονομικών και διπλωματικών πιέσεων. Αλλά και ότι, κατά την έκφραση του κ. Μπους, που και ο κ. Ομπάμα χρησιμοποίησε στο πρόσφατο παρελθόν αναφερόμενος ειδικότερα στο Ιράν, «θα διατηρηθούν στο τραπέζι όλες οι επιλογές» – της στρατιωτικής επομένως συμπεριλαμβανομένης. Χωρίς πάντως να διαγράφονται στον γεωπολιτικό ορίζοντα εύκολες λύσεις – ή  και να αποκλείονται κρίσεις θέτουσες υπό δοκιμασία τις ικανότητες και τις αντοχές του νέου προέδρου.
 
Σε σχέση με τη Ρωσία, η κυβέρνηση Μπους και ο κ. Γκέιτς προσωπικά, ακολουθώντας γραμμή πολύ πλησιέστερη προς τις προεκλογικές θέσεις Ομπάμα παρά προς εκείνες του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του για την προεδρία Μακ Κέιν, έχουν καταβάλει ειλικρινείς προσπάθειες για την αποτροπή ενός «νέου Ψυχρού Πολέμου», επιδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, συγκράτηση ως προς τους ρυθμούς διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, επιχειρώντας να διασκεδάσουν τις ρωσικές ανησυχίες για την αντυπυραυλική ασπίδα και επιζητώντας τη ρωσική συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινού ενδιαφέροντος προβλημάτων και προκλήσεων της διεθνούς ζωής. Αναμένεται δε ότι, και ως πρόεδρος, ο κ. Ομπάμα θα υιοθετήσει τη μετριοπαθή αυτή γραμμή.
 
Οι ευρωατλαντικές σχέσεις, μερικώς τραυματισθείσες προ πενταετίας συνεπεία της ιρακινής πολιτικής του προέδρου Μπους, εμφανίζονται σήμερα ριζικά βελτιωμένες – όπως καταδεικνύει και η στενή συνεργασία της Ουάσινγκτον με τις μεγάλες ευρωκοινοτικές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση μεγάλων κοινών προκλήσεων, όπως οι πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης, η γεωργιανή πολιτική της Μόσχας, το Παλαιστινιακό, ή η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση. Αναμένεται δε ο κ. Ομπάμα και οι συνεργάτες του, ως κεκηρυγμένοι θιασώτες της σύσφιγξης των δεσμών μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού, να τονώσουν περαιτέρω την ευρωατλαντική αυτή σύμπραξη. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα που κατατρύχει τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τους Ευρωπαίους συμμάχους των – η τεράστια ανισορροπία ισχύος και οι γεωπολιτικές προεκτάσεις της – θα παραμείνει. Δεν θα αρκέσει δε η – κατά πάσαν πιθανότητα πρόσκαιρη – «ομπαμανία» της ηπείρου μας για να εξορκισθεί.
 
Τέλος, ένα διαχρονικό και ιδιαίτερα ακανθώδες διεθνές ζήτημα είναι το Μεσανατολικό. Ζήτημα ιδιαίτερα επίμαχο στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εν πολλοίς λόγω της ισχυρής εκεί εβραϊκής επιρροής. Είναι, επί παραδείγματι, χαρακτηριστικό ότι η κυρία Κλίντον, η οποία κάποτε είχε σφόδρα επικριθεί για τον δημόσιο εναγκαλισμό της με τη σύζυγο του Γιασέρ Αραφάτ, ως γερουσιαστής εν συνεχεία της Νέας Υόρκης έλαβε και προέβαλε προχωρημένες φιλοϊσραηλινές θέσεις, κηδόμενη προφανώς της πολιτικής της καριέρας σε μια πολιτεία με αυξημένη παρουσία του εβραϊκού στοιχείου. Ενώ, από την άλλη, ο στρατηγός Τζόουνς, ως «ειδικός απεσταλμένος» για το Παλαιστινιακό της κυρίας Ράις, συνέταξε τον περασμένο Αύγουστο έκθεση εμπεριέχουσα, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, κριτική της ισραηλινής πολιτικής έναντι της Παλαιστινακή Αρχής – η οποία, άλλωστε, λόγω ακριβώς του επικριτικού αυτού χαρακτήρα της, ουδέποτε δημοσιοποιήθηκε.[vii] Δεν αποκλείεται δε – ή μάλλον είναι πολύ πιθανό – αυτές οι διαφορές απόψεων και άλλες ανάλογες να εκδηλωθούν και στους κόλπους της νέας αμερικανικής κυβέρνησης.
 
Ωστόσο, η μέχρι τούδε πολιτεία του κ. Ομπάμα δεν αφήνει αμφιβολία ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, ο νέος πρόεδρος θα τέμνει αποφασιστικά, ασκώντας εις το έπακρον τις ευρύτατες αρμοδιότητες που αντλεί από την αμερικανική συνταγματική τάξη. Άλλωστε ο ίδιος έχει περιγάψει κατά τρόπο μη επιδεκτικό παρερμηνείας τον προσωπικό του ρόλο στην κορυφή της αμερικανικής συμπολιτείας. Μιλώντας εντελώς πρόσφατα στα ΜΜΕ, αφού απέκρουσε τις ενστάσεις κατά της απόφασής του να προσφύγει σε γνώριμα ως επί το πολύ ονόματα της πολιτικής σκηνής της Ουάσινγκτον, προσέθεσε τα ακόλουθα αποκαλυπτικά των αντιλήψεων και προθέσεών του: «Αυτό που θα κάνουμε είναι να συνδυάσουμε την πείρα με τη φρέσκια σκέψη. Καταλάβετε, όμως, από που πρωτίστως και κυρίως προέρχεται το όραμα της αλλαγής. Έρχεται από εμένα.»[viii] Τελικά, όλα δείχνουν ότι ο κ. Ομπάμα σκοπεύει να λειτουργήσει ως διευθυντής ορχήστρας συγκροτούμενης από φτασμένους μουσικούς με έντονη προσωπική τεχνοτροπία, οι οποίοι όμως κατ’ ανάγκην εναρμονίζονται υπό την ισχυρή βούληση του κρατούντος την μπαγκέτα.
 


[i] Κατά τη δεύτερη μετά την εκλογή του συνέντευξή του προς τα ΜΜΕ, ο κ. Ομπάμα διευκρίνισε: «Εάν πρόκειται να πραγματοποιήσουμε τις επενδύσεις που χρειαζόμαστε, πρέπει επίσης να είμαστε έτοιμοι να περικόψουμε τις δαπάνες που δεν χρειαζόμαστε. . . Δεν μπορούμε να διατηρήσουμε ένα σύστημα το οποίο αιμορραγεί δισεκατομμύρια δολλαρίων του φορολογουμένου υπέρ προγραμμάτων που δεν είναι πλέον χρήσιμα ή που υπάρχουν μόνο χάρις στη δύναμη πολιτικών, λομπιστών και ομάδων συμφερόντων.» Βλ. Naftali Bendavid και John D. McKinnon, Obama Pledges Discipline Even With Stimulus Outlays, “Wall Street Journal”, 26-11-20008.
[ii] Βλ. George Friedman, Obama: First Moves, ιστότοπος STRATFOR, 24-11-2008. Βλ. επίσης E.J.Dionne Jr., Obamas Bush Doctrine, «Washington Post», 28-11-2008. Κατά τον “προοδευτικό” (“liberal”) αρθρογράφο αυτόν, «εκλέγοντας τον Ομπάμα, η χώρα αντάλλαξε την εξωτερική πολιτική του δεύτερου Μπους έναντι της εξωτερικής πολιτικής του πρώτου Μπους».
 
[iii] Βλ. Bush address on Iraq, BBC, 11-1-2008.
[iv] Βλ. Tim Shipman, Barack Obama accused of selling out on Iraq by picking hawks to run his foreign policy, Telegraph.com.uk, 27-11-2008.
[v] Σύμφωνα με τον ιστότοπο του Λευκού Οίκου, «[το] Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας είναι το κύριο φόρουμ στο οποίο ο Πρόεδρος εξετάζει υποθέσεις εθνικής ασφαλείας και εξωτερικής πολιτικής με τους ανώτερους συμβούλους εθνικής ασφλείας και  κυβερνητικούς αξιωματούχους του. Αφ’ ότου δημιουργήθηκε επί προεδρίας Τρούμαν, ο ρόλος του Συμβουλίου είναι να συμβουλεύει και βοηθεί τον Πρόεδρο σε θέματα εθνικής ασφαλείας και εξωτερικών πολιτικών. Το Συμβούλιο χρησιμεύει επίσης ως ο κύριος βραχίονας του Προέδρου για τον συντονισμό των πολιτικών αυτών μεταξύ των διάφορων κυβερνητικών υπηρεσιών
[vi] Βλ. ενδιαφέρουσα σχετική ανταπόκριση του Associated Press υπό τον τίτλο Jones Eyed as National Security Aide και ημερομηνία 28-11-2009 στον ιστότοπο Military.com.
[vii] Βλ. Eli Lake, Will James Jones and Hillary Clinton butt heads over Middle East policy?, “The New Republic”, 26-22-2008.
[viii] Βλ. Jeff Zeleny, Obama defends calling on Clinton-era veterans, “International Herald Tribune”, 27-11-2008. Το κρίσιμο σημείο της φράσης έχει ως ακολούθως στο αγγλικό πρωτότυπο: “But understand where the vision for change comes from first and foremost: It comes from me.”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου