21/10/08

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΜΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

  
Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008 15:25
 
Επισημάνσεις του αντιναυάρχου ε. α. κ. Γιάννη Παλούμπη για τον ρόλο των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου απετέλεσε, εκτός των άλλων και την αφετηρία ίδρυσης διεθνών οργανισμών για την εδραίωση της παγκόσμιας ειρήνης. Έτσι ιδρύθηκαν :
  • Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών με σκοπό τη διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης και την υποστήριξη της διεθνούς συνεργασίας. Ο ΟΗΕ ιδρύθηκε το 1945 εις αντικατάσταση της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) η οποία είχε συσταθεί το 1919 μετά το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με παρόμοιους σκοπούς. Η αποστολή της ΚτΕ απέτυχε από τις διαρκείς παραβιάσεις της διεθνούς έννομης τάξης, που σημειώθηκαν κατά τα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου, με τελική κατάληξη την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
  • Το 1949, δημιουργήθηκε το ΝΑΤΟ. Μία οργάνωση των χωρών του βορειοατλαντικού Συμφώνου, το οποίο είχε ως σκοπό να εξασφαλίσει ένα αντιστάθμισμα στη Σοβιετική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη.
  • Το 1955 ιδρύθηκε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Σκοπός του, φαινομενικά τουλάχιστον, ήταν η συνεργασία των ενόπλων δυνάμεων των λαϊκών δημοκρατιών που το απάρτιζαν, ουσιαστικά όμως ενίσχυε την επιβολή της ΕΣΣΔ στους δορυφόρους της και φυσικά αύξανε την διαπραγματευτική της ισχύ στη διεθνή διπλωματία.
Οι δημοκρατικές επαναστάσεις στην Ανατολική Ευρώπη το 1989 κλόνισαν τα θεμέλια του Συμφώνου της Βαρσοβίας, το οποίο το 1991 κηρύχθηκε ως ″μη υφιστάμενο″.
Ο αντίκτυπος των αλλαγών της Ανατολικής Ευρώπης υπήρξε τεράστιος στο ΝΑΤΟ και επηρέασε τη δομή και το πλαίσιο λειτουργίας του. Το 1991, στη Ρώμη, υιοθετήθηκε μια νέα στρατηγική αντίληψη για την αντιμετώπιση συγκρούσεων και την περιφερειακή ασφάλεια. Βασικός στόχος, όπως υπονοείτο από όλα τα οργανωτικά Νατοϊκά κείμενα, ήταν η γενική διεύρυνση της συμμαχίας και η σταδιακή ενσωμάτωση στις δυτικές δομές, των χωρών του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας, οι οποίες περιδεείς από την 40χρονη υπακοή μέχρι σκλαβιάς στην ΕΣΣΔ έσπευδαν προς τη Δύση αναζητώντας στήριγμα ηθικό, διπλωματικό, οικονομικό, ακόμα και στρατιωτικό. Η νέα στρατηγική αντίληψη αποτελούσε το φύλλο συκής για τον ανορθόδοξο προσεταιρισμό των πρώην αντιπάλων κι έτσι παράλληλα με τη διεύρυνση του αριθμού των συμμετεχουσών χωρών, διευρύνθηκε η λίστα των απειλών και η περιοχή επιχειρησιακής ευθύνης του ΝΑΤΟ. Ως αποτέλεσμα της στρατηγικής και της διεύρυνσης προέκυψαν τα ακόλουθα:
·        Ο αριθμός των συμμετεχουσών χωρών από 16 το 1989, αυξήθηκε σε 28 σήμερα. Το γεγονός αυτό από μόνο του προσδιορίζει την ποιότητα συνεργασίας και αναδεικνύει την μιας χώρας αρχή, πολύ περισσότερο απ’ όσο παλαιότερα.
·        Η λίστα των απειλών περιέλαβε όλα τα εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, όπως οργανωμένο έγκλημα, ανασφαλή σύνορα, ανίκανες κυβερνήσεις, διαφθορά, λαθρεμπόριο (όπλων, ναρκωτικών, σαρκός), παράνομη μετανάστευση, εθνικές ή θρησκευτικές συγκρούσεις, εξάπλωση όπλων μαζικής καταστροφής, στενότητα φυσικών αγαθών (νερό, πετρέλαιο κλπ), ακόμη και περιβαλλοντικές απειλές και φυσικά τρομοκρατία. Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται συλλήβδην και χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια κινήματα που ελαύνονται από φανατικά θρησκευτικά κίνητρα, κινήματα εθνικοαπελευθερωτικά, κινήματα αποτίναξης καταπιεστικών καθεστώτων και γενικά όλα εκείνα που με τη δραστηριότητά τους τείνουν να ενοχλήσουν την καθεστηκυία τάξη όπως έχει διαμορφωθεί στους κόλπους του δυτικού λεγομένου κόσμου.
·        Από την επικράτεια της Ευρωπαϊκής ηπείρου που αποτελούσε την περιοχή επέμβασης και ενδεχομένων επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ, περάσαμε σε ολόκληρη την υδρόγειο, όπου η περίσταση το επιβάλλει.
·        Τέλος από την αμυντική φύση της συμμαχίας στην οποία γινόταν εκπόνηση σχεδίων επί σχεδίων για ανταπόδοση του πρώτου κτυπήματος, το οποίο θα προερχόταν πάντα από τον αντίπαλο, περιήλθαμε σε επιθετικές επεμβάσεις που βαφτίστηκαν ″προληπτικές″
 
Εάν όλα τα ανωτέρω δεν αποτελούν μετάλλαξη και μετατόπιση της συμμαχίας σε κάτι άλλο από ό,τι είχαμε συνηθίσει να την θεωρούμε επί 40 χρόνια, τότε απορώ ποια θα μπορούσε να είναι η έννοια της λέξης ″μετάλλαξη″.
Η κατακλείδα είναι ότι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος, ήταν επιθυμητή η διατήρηση του ΝΑΤΟ και η μεταμόρφωσή του σε κάτι με διαφορετική μορφή. Προς αυτή την κατεύθυνση εφευρέθησαν απειλές, εφευρέθησαν  αντίπαλοι, επεκτάθηκε η περιοχή αρμοδιότητος, άλλαξε η φύση της συμμαχίας και όλα αυτά ντύθηκαν με εκλεπτυσμένα οργανωτικά κείμενα προερχόμενα από γραφεία δεξαμενών σκέψεως (Think tanks). Συγγραφείς των κειμένων που δημιούργησαν την καινούργια κατάσταση ήσαν κυρίως   νεαροί φερέλπιδες, σπουδασμένοι σε ξακουστά πανεπιστήμια, που αυτοαποκαλούνται ″αναλυτές της διεθνούς στρατηγικής″, έχουν διαβάσει Brzezinski, επιθυμούν να μοιάσουν στον Kissinger και ομιλούν από καθέδρας για όλα τα παγκόσμια ζητήματα.
Εν πάση περιπτώσει, όλα αυτά είναι γνωστά, ευκόλως εννοούμενα και ασφαλώς η επανάληψή τους δεν θα αποτελούσε αιτία για να διατυπωθούν αυτές οι γραμμές. Δεν θα εκφραζόταν δε καμία αντίρρηση, άλλη πλην της ενστάσεως περί της υποτίμησης του διανοητικού μας επιπέδου, όλων ημών των αναγνωστών των κειμένων και των θεατών των δρωμένων.
Το ζήτημα είναι αλλού. Δεδομένου ότι η επανάληψη είναι μήτηρ μαθήσεως και αφομοιώσεως, τείνουμε όλοι να πιστέψουμε ότι το λεκτικό οικοδόμημα που υφαίνεται επί χρόνια είναι αληθινό και ότι σ’ αυτό θα πρέπει να προσαρμοστούν οι αμυντικές δομές των χωρών. Έτσι αντί των μέχρι σήμερα χρησιμοποιουμένων εννοιών ″Άμυνα″, ″Αμυντικό πρόβλημα″ κλπ θα πρέπει, σύμφωνα με το νέο δόγμα, να ενταχθεί ο όλος τομέας άμυνας υπό ένα γενικότερο και ευρύτερο τομέα ″Ασφάλειας″, ο οποίος θα καλύπτει το σύνολο των απειλών συμβατικών και ‘ασυμμέτρων’.   
Ο μετασχηματισμός αυτός, σύμφωνα πάντα με τις εισηγήσεις, απαιτεί την ενδυνάμωση του πολιτικού ελέγχου στον νέο τομέα και την αντίστοιχη αποστρατιωτικοποίηση, δεδομένου ότι οι στρατιωτικοί θεωρούνται πολύ συντηρητικοί και ελάχιστα ευέλικτοι για να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων του τομέως ″Ασφαλείας″.  
Για μια χώρα σαν τη δική μας που, όπως οι περισσότεροι πιστεύουμε αντιμετωπίζει πραγματική απειλή από την ανατολική της γείτονα, η διαδικασία μετάλλαξης της αμυντικής της οργάνωσης σε οργάνωση ″Ασφάλειας″ εγκυμονεί, κατά τη γνώμη μου, κινδύνους που δεν είναι αισθητοί σε άλλες χώρες της ΕΕ οι οποίες έχουν την τύχη να βρίσκονται σε ευγενέστερες γειτονιές. Έτσι πιστεύω πως ο όποιος πειραματισμός στο οργανωτικό επίπεδο των ενόπλων δυνάμεων του Βελγίου, της Πορτογαλίας, της Δανίας, ή του Λουξεμβούργου, είτε ενεργήσει ενισχυτικά ή αποδυναμωτικά για τις ένοπλες δυνάμεις τους, δεν πρόκειται να αλλάξει τις διαθέσεις των γειτονικών χωρών απέναντί τους. Το ίδιο όμως δεν ισχύει για τη χώρα μας και όποιος διατείνεται κάτι διαφορετικό, είτε δεν ξέρει, είτε παραβλέπει ηθελημένα τις ενδείξεις και τα γεγονότα.      
Θα επιθυμούσα λοιπόν με αυτές τις λίγες γραμμές να εκφράσω την ανησυχία μου, μήπως και τυχόν, η διαρκής επανάληψη των Νατοϊκών κειμένων και των δογμάτων ″ασφαλείας″, αντί των πεπαλαιωμένων ″άμυνας″, ενεργήσουν πειστικά για την κοινωνία και ειδικότερα για τους εν ενεργεία αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων και πιστέψουν ότι αυτή είναι η επιθυμητή, ενδεχομένως και επιβεβλημένη κατεύθυνση, προς την οποία πρέπει να βαδίσουμε με στόχο τον εκσυγχρονισμό των δομών της χώρας μας.
Νομίζω πως θα πρέπει να αποδεχόμαστε, να γνωρίζουμε και να συζητούμε όλες αυτές τις μοντέρνες αντιλήψεις, αυτό άλλωστε απορρέει και από τη συμμετοχή μας τόσο στο μεταλλαγμένο ΝΑΤΟ, όσο και στους ποικιλώνυμους οργανισμούς που έχουν πρόσφατα δημιουργηθεί και στους οποίους πρέπει να συμμετέχουμε για το συμφέρον της πατρίδας μας. Είναι όμως τελείως διαφορετικό ζήτημα να μεταλλάξουμε την οργανωτική μας δομή και ενδεχομένως να στηρίξουμε τα βασικά κριτήρια των εξοπλιστικών μας προγραμμάτων στις υποχρεώσεις που δημιουργεί η νέα τάξη πραγμάτων.
Η προηγούμενη αναδιοργάνωση του 1995, η οποία κατ’ ουσίαν δημιούργησε μια ζώνη πολιτικών υπαλλήλων μεταξύ του Υπουργού και των Επιτελείων των Ε.Δ, απομάκρυνε τους στρατιωτικούς από το κέντρο λήψεως αποφάσεων που τους αφορούν και τουλάχιστον ως προς αυτή τη διάσταση, απέτυχε. Δεν υπάρχουν οι στρατιωτικοί μόνο για να διεξαγάγουν τον πόλεμο, αλλά και για να προπαρασκευάζουν τις Ε.Δ γι αυτό. Η παρείσφρηση κομματικών φίλων της εκάστοτε κυβερνήσεως δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση.
Εάν τώρα προσαρμοστούμε στις επιταγές του εκμοντερνισμού και μάλιστα μεγιστοποιήσουμε τη συμμετοχή πολιτών (αναλυτών, ακαδημαϊκών, διπλωματικών, καθηγητών, κλπ, κλπ) στους μηχανισμούς λήψεως αποφάσεων φοβούμαι ότι θα έχουμε δυσάρεστες συνέπειες στη μαχητική ικανότητα των Ε.Δ που θα φανούν μόνο όταν χρειασθεί να αποδειχθεί αυτή η ικανότητα.
Ας γνωρίζουμε λοιπόν τις νέες τάσεις και δόγματα, αλλά ας είμαστε συντηρητικοί και δύσπιστοι στη συμμόρφωση προς αυτά.
Εμείς χρειαζόμαστε Ένοπλες Δυνάμεις.            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου