15/10/08

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΥΠΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΙΣΜΑ

  
Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008 10:34
Και σχόλιο επί του κειμένου του υποναυάρχου ε.α. κ. Ι. Θεοφανίδη.
Το Κυπριακό αποκλήθηκε από τον πρόεδρο Τζόνσον, πριν από σαράντα περίπου χρόνια, «ένα από τα πιο πολύπλοκα προβλήματα στη γη». Παραμένει προφανώς εξ ίσου «πολύπλοκο» και σήμερα – και αντικείμενο συνεχιζόμενου διεθνούς ενδιαφέροντος. Οι λόγοι για τη μακροχρόνια αυτή διεθνή ενασχόληση με μια νήσο έκτασης μικρότερης από 10,000 τ.χ. και της οποίας ο πληθυσμός δεν υπερβαίνει τις 800,000, είναι κατά βάσιν δύο: Η κρίσιμη στρατηγικά γεωγραφική θέση της Κύπρου. Και η εκεί προβληματική συνύπαρξη δύο εθνοτήτων που αποτελούν προέκταση ανταγωνιστικών μεταξύ τους μητέρων πατρίδων.
[i]

 
Ο αγγλοαμερικανικός  παράγοντας
 
Στη διασταύρωση τριών ηπείρων – Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής – η Μεγαλόνησος δεσπόζει των θαλάσσιων και αεροπορικών οδών της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ κείται σε απόσταση αναπνοής (75 χιλιομέτρων) από τις τουρκικές ακτές και πλησιέστατα προς τη Μέση Ανατολή (μόλις 105 χιλιόμετρα από τη Συρία). Αναπόφευκτα, επομένως, προσήλκυσε την προσοχή των μεγάλων δυνάμεων και όλως ιδιαίτερα των δυτικών.
 
Επί Ψυχρού Πολέμου, ειδικότερα, η Κύπρος λειτούργησε ως κρίκος της αμυντικής διάταξης της Δύσης – ενός τόξου εκτεινόμενου από τη Δυτική Γερμανία έως την Τουρκία και περιβάλλοντος το νοτιοανατολικό πλευρό της Σοβιετικής Ένωσης. Και συγχρόνως ως βάση λογιστική, διαμετακομιστική και ηλεκτρονικής παρακολούθησης σε σχέση με τα δρώμενα στον μεσανατολικό χώρο και τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων της περιοχής. (Ο Άντονυ Ήντεν είχε αποφανθεί συναφώς ότι «[ά]νευ της Κύπρου δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την προστασία της επαρκούς προσφοράς του πετρελαίου στην αγορά μας. Χωρίς πετρέλαιο θα έχομε ανεργία και πείνα στη Βρετανία. Είναι τόσο απλό...»)[ii]
 
Μετά την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας και της ίδιας της ΕΣΣΔ, η Μεγαλόνησος απώλεσε εκ των πραγμάτων τον ρόλο του δυτικού αμυντικού ερείσματος. Αυξήθηκε, όμως, για τους Αγγλο-Αμερικανούς, η στρατηγική της αξία σε σχέση με τη Μέση Ανατολή – και δη την «ευρύτερη», κατά την τρέχουσα αμερικανική ορολογία. Δηλαδή την εμπερικλείουσα, πέραν του παραδοσιακού μεσανατολικού χώρου, την ανατολική πλευρά της Βορείου Αφρικής, τον Περσικό Κόλπο, την Υπερκαυκασία και μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ασίας. Με το αγγλοαμερικανικό ενδιαφέρον να εστιάζεται, πέραν της διασφάλισης της – πάντοτε ζωτικής σημασίας – ροής των υδρογονανθράκων της Λιβύης, του Περσικού και της Κασπίας, και στη διεξαγωγή του λεγόμενου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» υπό τις ποικίλες μορφές του, των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ περιλαμβανομένων. Κύπρος δε εν προκειμένω για τους Βρετανούς και Αμερικανούς στρατηγιστές ίσον οι βρετανικές βάσεις. Οι οποίες, συγκρινόμενες με άλλες δυτικές στη ευρύτερη περιοχή, παρουσιάζουν το πλεονέκτημα της «κυριαρχίας» που θεσπίζουν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959.
 
Ευεξήγητα, επομένως, στο πλαίσιο της αναζήτησης λύσης του Κυπριακού, κεντρικός στόχος της βρετανικής διπλωματίας είναι η επιβεβαίωση του προνομιακού αυτού νομικού καθεστώτος. Συγχρόνως όμως το Λονδίνο επιδιώκει να ελαχιστοποιήσει και τον κίνδυνο αμφισβήτησης της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας σε πολιτικό επίπεδο. Και ευνοεί, ως εκ τούτου, ρυθμίσεις που, από τη μια, απομακρύνουν Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους από τις μητέρες-πατρίδες τους, και, από την άλλη, συντηρούν τον μεταξύ των δύο εθνοτικών κοινοτήτων ανταγωνισμό. Στην προσπάθειά του δε αυτή συνεπικουρείται – μεταξύ άλλων στον ΟΗΕ – από την εν πολλοίς συμμεριζόμενη τις βρετανικές στρατηγικές στοχεύσεις, αλλά και συστηματικά αξιοποιούσα τις βρετανικές βάσεις, Ουάσινγκτον. Είναι άλλωστε γνωστό ότι το πλήρως ανταποκρινόμενο στις αγγλο-αμερικανικές αυτές σκοπιμότητες Σχέδιο Ανάν συντάχθηκε από τον Βρετανό διπλωμάτη σερ Ντέιβιντ Χάνεϊ σε στενή συνεργασία με τους αρμοδίους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
 
 
Η τουρκική πολιτική
 
Η γεωγραφική εγγύτητά της προς τις τουρκικές ακτές και το τουρκικό στοιχείο του πληθυσμού της έχουν καταστήσει την Κύπρο αντικείμενο ζωηρού εθνικού ενδιαφέροντος και της Τουρκίας. Πρωτίστως στρατηγικού, αλλά βεβαίως και εθνοτικού. Η Άγκυρα θεωρεί ότι η υπαγωγή της Μεγαλονήσου υπό ελληνικό έλεγχο θα συνιστούσε απειλή κατά του νότιου πλευρού της και εννοεί να την αποτρέψει. Επικαλούμενη προσχηματικά την προστασία της τουρκικής μειονότητας – της οποίας πάντως η τύχη φυσικό είναι να μην την αφήνει αδιάφορη. Και συνακόλουθα, ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες τοπικές και διεθνείς συνθήκες, έχει ταχθεί κατά καιρούς, είτε υπέρ της ευθείας διχοτόμησης της Κύπρου, είτε υπέρ κρυπτοδιχοτομικών λύσεων που διασφαλίζουν την εκεί πολιτικοστρατιωτική της παρουσία. Με τις αρχικά περιορισμένες εδαφικές αξιώσεις της να έχουν συν τω χρόνω – κυρίως βέβαια μετά την εισβολή του 1974 – διογκωθεί. Ενώ το τουρκικό αυτό ενδιαφέρον για το Κυπριακό ενισχύθηκε περαιτέρω από την προοπτική ανακάλυψης υδρογονανθράκων στον θαλάσσιο κυπριακό χώρο.
 
Δεν εκπλήσσει συνεπώς ότι, ανεξάρτητα από τη συνταγματική πτυχή της εκάστοτε συζητούμενης λύσης, η τουρκική πλευρά – η Άγκυρα και οι ποδηγετούμενοι από αυτήν Τουρκοκύπριοι – επιμένουν ανυποχώρητα να διατηρήσει η Τουρκία, αφ’ ενός και κυρίως, το δικαίωμα επέμβασης στα κυπριακά πράγματα που της αναγνωρίζει η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1959, και, αφ’ετέρου, για πρακτικώς απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, μια επιτόπια στρατιωτική παρουσία, εκφράζουσα συμβολικώς το δικαίωμα αυτό και διευκολύνουσα επιχειρησιακώς την άσκησή του. Πρέπει δε να τονισθεί ότι, παρά τις περί του αντιθέτου ψευδαισθήσεις πολλών, ημετέρων και ξένων, η εμμονή των Τούρκων στις «κόκκινες γραμμές» αυτές ουδόλως κάμπτεται από τη φιλοδοξία τους να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.[iii] Τόσω μάλλον που οι τουρκικές ενταξιακές προοπτικές συνεχώς εξασθενούν και δη για λόγους άσχετους με την Κύπρο.
 
Η ευρωενωσιακή παράμετρος του Κυπριακού
 
Για την ίδια την Κοινοτική Ευρώπη, το Κυπριακό αποτελεί επί δεκαετίες πηγή έντονου προβληματισμού. Επιβάλλεται, ωστόσο, να γίνει διάκριση, εν προκειμένω, μεταξύ των Βρετανών και των άλλων. Καθώς, όπως είναι φυσικό, το Λονδίνο επιχειρεί να διασφαλίσει μέσω της ΕΕ τα ιδιαίτερα στρατηγικά του συμφέροντα. Ενώ οι βρετανικές αυτές επιδιώξεις ελάχιστα ενδιαφέρουν τη μεγάλη πλειοψηφία των λοιπών κοινοτικών εταίρων. Οι οποίοι αντιμετωπίζουν το Κυπριακό κυρίως υπό το πρίσμα των σχέσεων της Ένωσης με την Τουρκία. Με ορισμένους μεταξύ τους να ανησυχούν για τις αρνητικές επιπτώσεις των χειρισμών της Άγκυρας στην κοινοτική της προοπτική. Και με άλλους, αντιθέτως  – επί παραδείγματι τους Γάλλους και πιθανότατα τους Γερμανούς – να επικαλούνται προσχηματικά την τουρκική στάση για να καθυστερήσουν και ει δυνατόν να ματαιώσουν μια ανεπιθύμητη ένταξη..
 
Βέβαια, εάν η ΕΕ διέθετε κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική, η παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας στους κόλπους της θα της προσέφερε τη δυνατότητα να επεκτείνει την επιρροή της σε ένα γεωπολιτικό χώρο μείζονος σημασίας για τα συλλογικά της συμφέροντα. Η ΚΕΠΠΑΑ, όμως, παραμένει ιδεώδες ανεκπλήρωτο – και μάλιστα όλο και πιο απρόσιτο. Και ως εκ τούτου η προσέγγιση του Κυπριακού από τις Βρυξέλλες, εν απουσία κοινού γεωπολιτικού οράματος και ενιαίας πολιτικής βούλησης, αποδεικνύεται αποσπασματική, συχνά αντιφατική και κατά κανόνα αναποτελεσματική.
 
Ελλάδα και Κύπρος
 
Από τη σκοπιά των ελληνικών εθνικών συμφερόντων, Κυπριακό σημαίνει κατά κύριο λόγο στήριξη του Ελληνισμού της Μεγαλονήσου και προέκταση της γεωπολιτικής εμβέλειας του ελληνικού κράτους στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Φυσική, επομένως, ελληνική επιδίωξη υπήρξε αρχικά η Ένωση. Την οποία, όμως, οι τουρκικές αντιδράσεις, σε συνδυασμό με τις βρετανικές μηχανορραφίες, ματαίωσαν. Ενώ, κατά καιρούς, η πλευρά μας απέρριψε διχοτομικές προτάσεις αποδίδουσες στην Ελλάδα το μείζον τμήμα το κυπριακού εδάφους έναντι της εκχώρησης στην Τουρκία περιορισμένης έκτασης στρατιωτικής βάσης.
 
Αυτά έως τους δύο Αττίλες του 1974 και τη νεα γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμόρφωσαν.  Έκτοτε, οι Τουρκοκύπριοι, προηγουμένως μικρή μειονότητα στους κόλπους του ελληνικού πληθυσμού, συγκεντρώθηκαν, με ισχυρή τουρκική στρατιωτική κάλυψη και υπό καθεστώς θεσμικής αυτοδυναμίας, σε χώρο βιαίως εκκενωθέντα από τους Ελληνοκυπρίους κατοίκους του και άρα εθνοτικά ομογενοποιηθέντα. Πρόκειται για μια πραγματικότητα μη αναστρέψιμη – τουλάχιστον χωρίς ένα πόλεμο που ουδείς έχων σώας τα φρένας εισηγείται.
 
Με την επιστροφή σε μια πράγματι ενιαία κυπριακή δημοκρατία ανέφικτη, η ελληνική πλευρά διαθέτει τρεις επιλογές – και οι τρεις εκ των οποίων είναι διχοτομικές. Ήτοι, την ευθεία διχοτόμηση, τη συγκεκαλυμμένη διχοτόμηση και τη διαιώνιση της υφιστάμενης ντε φάκτο διχοτόμησης.  Τα πλεονεκτήματα της πρώτης είναι προφανή. Καταλλήλως μεθοδευόμενη: Διασφαλίζει τον εθνικό χαρακτήρα και την πολιτική αυτοτέλεια του Κυπριακού Ελληνισμού. Επιτρέπει την αύξουσα παρουσία της Ελλάδας στη Μεγαλόνησο. Περιορίζει δραστικά τον κίνδυνο ελληνο-τουρκικής σύρραξης. Και καθιστά εφικτή την ανάκτηση, μικρού έστω, μέρους των κατεχομένων – δοθέντος ότι η τουρκική πλευρά έχει επανειλημμένως αφήσει να φανεί ότι είναι διατεθειμένη να αποδώσει έδαφος έναντι συνολικής λύσης.
 
Η συγκεκαλυμμένη διχοτόμηση που συνεπάγονται οι λύσεις τύπου Ανάν μόνο το τέταρτο από τα πλεονεκτήματα αυτά προσφέρει. Ενώ, κατά τα λοιπά, εκθέτει σε κίνδυνο, τόσο τον εθνικό χαρακτήρα και την πολιτική αυτοτέλεια των Ελληνοκυπρίων, όσο και τους δεσμούς των με τη μητέρα πατρίδα – και συγχρόνως διαιωνίζει μια εστία ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
 
Ούτε όμως η συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων εξυπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα. Καθώς, από τη μια,  παγιώνει τη διχοτόμηση χωρίς εδαφικά ανταλλάγματα, και, από την άλλη,  συντηρεί την ελληνοτουρική ένταση – όχι δε μόνο στην Κύπρο, δοθέντος ότι, χωρίς επίλυση του Κυπριακού, και η γενικότερη εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι ανέφικτη. Παρά ταύτα, με δεδομένες τις κρατούσες αντιλήψεις στη Λευκωσία και την Αθήνα, η «μη λύση» αυτή είναι  η πιθανότερη «λύση».
 
***
 
Λίγες λέξεις, εν κατακλείδι, για τον ρόλο των μητέρων-πατρίδων στις κυπριακές εξελίξεις. Προκειμένου για τους Τουρκοκυπρίους, ο ρόλος αυτός είναι αποφασιστικός: Οι γεωπολιτικές και στρατηγικές σκοπιμότητες της Άγκυρας είναι ο υπέρτατος γνώμονας για τον καθορισμό της τουρκοκυπριακής στάσης. Άλλως όμως έχουν τα πράγματα σε ό,τι αφορά στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Κρυπτόμενη πίσω από το γνωστό «η Κύπρος. αποφασίζει και η Ελλάδα στηρίζει», η.Αθήνα τείνει να απεκδυθεί τις ηγετικές ευθύνες της. Παραλόγως, βέβαια, δοθέντος ότι οι αποφάσεις της Λευκωσίας επηρεάζουν καθοριστικά τα ελληνικά κρατικά συμφέροντα και τον ελληνισμό γενικότερα. Ο ελλαδικός καθοδηγητικός ρόλος δεν πρέπει, ασφαλώς, να τονίζεται δημοσία. Πρέπει όμως να ασκείται. Ως κοινός δε στόχος Αθηνών και Λευκωσίας πρέπει να τεθεί η συν τω χρόνω εντατικοποίηση της μεταξύ τους συνεργασίας και η εν καιρώ διαμόρφωση και ισχυρών θεσμικών δεσμών.
 
 Σχόλιο του υποναυάρχου ε.α. κ. Ι. Θεοφανίδη.
Το κείμενο είναι εμπεριστατωμένο και σαφές.

Θα ήθελα απλώς να προσθέσω ότι οι προθέσεις και οι λόγοι που δημιούργησαν τα τετελεσμένα ανεξάρτητα από τις γενικότερες γεωπολιτικές επιδιώξεις Βρετανών, Αμερικανών, Τούρκων και των δικών μας λαθών ήταν οι υδρογονάνθρακες από την μια και η διασφάλιση και επέκταση στρατιωτικών αεροπορικών εγκαταστάσεων για τους τρεις συμβαλλόμενους συμάχους μας.
 
 Και παραθέτω τα ακόλουθα.
1.Εξ όσων γνώριζα από το 1977 τα κοιτάσματα πετρελαίου στην Νήσο είναι σε δυο περιοχές που καταχωρούνται ως εκμεταλλεύσιμες πετρελαϊκές θαλάσσιες ζώνες  και που ευρίσκονται η μια στο θαλάσσιο χώρο της Κυρήνειας και η άλλη στον θαλάσσιο χώρο της Λεμεσού.  
Η ύπαρξη αυτών των κοιτασμάτων ήταν επιβεβαιωμένες πολύ πριν την Τούρκικη επέμβαση
 
2. Μετά την εισβολή οι ΗΠΑ κατασκεύασαν αμέσως το Αεροδρόμιο της Τύμπου σε συνεργασία με την Τουρκία ώστε να μην είναι και απόλυτα υπόχρεοι στον Βρετανούς .Και έτσι να διασφαλίζουν εναλλακτικούς τρόπους δράσεως.
 
3. Οι προθέσεις της Τουρκίας είχαν διατυπωθεί φιλοτελικά ένα περίπου χρόνο πριν την εισβολή με ένα γραμματόσημο που απεικονιζόταν η Νήσος χωριζόμενη με ένα κλαδί δάφνης που στην ουσία παρουσιαζόταν η σημερινή κατάσταση της διχοτομημένης Κύπρου. Με αλλά λόγια ξεκάθαρα μηνύματα και με την σύμφωνη γνώμη των δυο άλλων εταίρων.
 





[i] Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο των εκδόσεων The MR Imprint με θέμα τη γεωπολιτική σημασία της Κύπρου, που θα εκδοθεί στις αρχές του 2009.
[ii] Βλ. Κ. Κόλμερ, Η συνωμοσία του πετρελαίου εις βάρος της Κύπρου, «Εστία», 14-8-2003.
[iii] Ο Βρετανός Francis Henn ευστόχως παρατηρεί: «Θα ήταν λάθος...να υποθέσει κανείς ότι οι Τούρκοι, και λιγότερο από όλους οι στρατηγοί, είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν στον βωμό των διεθνών τους σχέσεων ή των κοινοτικών τους βλέψεων αυτό που θεωρούν πολύτιμο στρατηγικό έπαθλο εξασφαλισθέν το 1974 διά της ισχύος των όπλων. .. είναι εξωπραγματικό να υποθέσει κανείς ότι οι Τούρκοι είχαν ποτέ την πρόθεση να αποδώσουν εξ ολοκλήρου το στρατηγικό έπαθλο που εξασφάλισαν το 1974.»  (Cyprus-The geo-strategic dimension, “Contemporary Review”, Summer 2007.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου