13/10/08

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

  
Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008 20:05
Αναπόφευκτα, η ελληνική κοινή γνώμη αξιολογεί τους Αμερικανούς υποψηφίους προέδρους με κριτήριο την εικαζόμενη εύνοιά τους για την Ελλάδα – ή  για  τους αντιπάλους μας. Αρκεί ωστόσο μια αναδρομική ματιά στις ελληνο-αμερικανικές σχέσεις για να γίνει αντιληπτό ότι, αυτές καθαυτές, οι εκάστοτε αλλαγές προσώπων στην αμερικανική προεδρία ουδέποτε επηρέασαν ουσιαστικά την πολιτική της Ουάσινγκτον επί των εθνικών μας θεμάτων.
 
Είναι, βέβαια, φυσικό οι επιζητούντες αιρετά αξιώματα στις εθνοτικά πολυσυλλεκτικές ΗΠΑ να προβαίνουν προεκλογικά σε δηλώσεις ικανοποιούσες τις ιδιαίτερες ευαισθησίες εκλογέων τους για τις χώρες προέλευσής τους. Και οι μεν εκλεγόμενοι στα νομοθετικά σώματα συμβαίνει να τηρούν ενίοτε τις σχετικές προεκλογικές τους δεσμεύσεις και μετά την εκλογή τους.[i] Προκειμένου, ωστόσο, για τους προέδρους της δημοκρατίας, άλλως έχουν τα πράγματα. Τόσω μάλλον που οι όποιες προεκλογικές υποσχέσεις τους – σε αντιδιαστολή με τις μη δεσμευτικές εκείνες των ποικίλων «συμβούλων» τους – διατυπώνονται κατά κανόνα τόσο ασαφώς, ώστε στην πράξη να παρέχουν άπλετα περιθώρια ευελιξίας.[ii]
 
Κυρίως όμως, ο κάθε νέος πρόεδρος, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του και ανεξάρτητα από τις προεκλογικές διακηρύξεις του, ως ο κατ’ εξοχήν υπεύθυνος για τη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής υπόκειται στον σιδηρούν κανόνα του αμερικανικού εθνικού συμφέροντος. Περιβάλλεται δε από κυβερνητικούς μηχανισμούς που ανά πάσαν στιγμήν συγκεκριμενοποιούν το συμφέρον αυτό και εισηγούνται τρόπους εξυπηρέτησής του. Ενώ κατ’ ανάγκην επικεντρώνει την προσοχή του στα μείζονα και ζωτικά ζητήματα – αφήνοντας τον χειρισμό των λοιπών, στα οποία συνήθως υπάγονται και τα ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος, στην κρατική γραφειοκρατία.
Αντί, επομένως, να ασχολούμεθα με τον υποτιθέμενο φιλελληνισμό ή ανθελληνισμό του επόμενου ενοίκου του Λευκού Οίκου, σκόπιμο είναι να αντιληφθούμε τη φύση των συμφερόντων και των συνακόλουθων επιδιώξεων των ΗΠΑ στην περιοχή μας – και ειδικότερα σε σχέση με τον βαλκανικό χώρο και την Τουρκία.
***
Κατά τη δεκαετία του ’90, τα Βαλκάνια κατέλαβαν προέχουσα θέση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική στο πλαίσιο της διαμόρφωσης του μεταψυχροπολεμικού ευρωπαϊκού γεωπολιτικού χάρτη. Σήμερα ενδιαφέρουν την Ουάσινγκτον κυρίως σε συνάρτηση, από τη μια, με τις στοχεύσεις της στην ευρύτερη Μέση Ανατολή – από το Ισραήλ έως την Κεντρική Ασία – και, από την άλλη, με τις αμφίσημες σχέσεις της με την ανασυγκροτούμενη Ρωσία. Πρώτιστο δε μέλημα των Αμερικανών στη Χερσόνησο του Αίμου είναι η  διασφάλιση της σταθερότητας. Προκειμένου, αφ’ ενός, να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για τη λειτουργία των εκεί βάσεών τους, σημερινών και μελλοντικών, και, αφ’ετέρου, να καταστεί δυνατή η σταδιακή απόσυρση των ειρηνευτικών δυνάμεών τους προς χρησιμοποίηση σε άλλα, πιεστικότερα μέτωπα. Εξ ου και η στήριξη που προσφέρουν στα δυτικά προτεκτοράτα της Βοσνίας, του Κοσόβου[iii] – και των Σκοπίων.
Η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ευρω-ατλαντικό σταθεροποιητικό πλέγμα – στο ΝΑΤΟ, αλλά και στην ΕΕ – και συνεπώς και η επίλυση της διένεξής της με την Ελλάδα για το όνομα αποτελούν σημαντικό στοιχείο της αμερικανικής αυτής στρατηγικής. Και συνακόλουθα οι ΗΠΑ στηρίζουν εκθύμως – και πιθανότατα κατευθύνουν – τις προσπάθειες του διεθνούς διαμεσολαβητή κ. Νίμιτς για την εξεύρεση αμοιβαίως αποδεκτής λύσης. Μπορεί δε κανείς να προβλέψει εκ του ασφαλούς, ότι, αν η τελευταία αυτή αποδειχθεί ανέφικτη εντός του προσεχούς τριμήνου, η αναζήτησή της θα συνεχισθεί και επί του διαδόχου του προέδρου Μπους, χωρίς διαφοροποίηση της στάσης της Ουάσινγκτον.  
***
Πολύ μεγαλύτερη σπουδαιότητα για τη χώρα μας ενέχει, φυσικά, η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι της Τουρκίας και, κατ’επέκταση, και των Ελληνοτουρκικών. Παρά τις δυσκολίες στις οποίες οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις προσκρούουν τα τελευταία χρόνια – και ιδίως μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ –, η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να θεωρεί τη γείτονα σημαντικό γεωπολιτικό εταίρο και επιζητεί τη συνεργασίας της για μια σειρά από μείζονος αμερικανικού ενδιαφέροντος θέματα, όπως το Μεσανατολικό, οι εξελίξεις στον Καύκασο, το Ιρανικό, το Αφγανικό, και βέβαια το Ιρακινό. Οι προσδοκίες, επομένως, ότι, χάρις σε ένα «φιλέλληνα» πρόεδρο, η αμερικανική διπλωματία θα υιοθετήσει τις ελληνικές θέσεις για το Αιγαίο ή το Κυπριακό είναι ανεδαφικές.
Πιο συγκεκριμένα: Ως προς τα Αιγαιακά, η Ουάσινγκτον περιορίζεται σε ρόλο πυροσβεστικό. Με πρόσφατη μείζονα εκδήλωση αυτής της διαχρονικής προσέγγισης την αμερικανική παρέμβαση τη νύκτα των Ιμίων και τη συναφή πρόταση του τότε προέδρου Κλίντον η ελληνοτουρκική εδαφική «διαφορά» να παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ενώ, σε ό,τι αφορά στην Κύπρο, το αμερικανικό ενδιαφέρον για την εξεύρεση λύσης αποσκοπεί, πέραν από την αποτροπή εντάσεων μεταξύ δύο σημαντικών νατοϊκών συμμάχων και τη διευκόλυνση της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην αξιοποίηση της στρατηγικής θέσης της Μεγαλονήσου. Καθώς οι εξελίξεις στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο έχουν διογκώσει τη σημασία των χρησιμοποιούμενων και από τους Αμερικανούς βρετανικών εκεί βάσεων. Διαπίστωση που όχι μόνο εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αμερικανική υποστήριξη προς το βρετανικής έμπνευσης σχέδιο Ανάν κατά το παρελθόν, αλλά και προοιωνίζεται την υιοθέτηση από την Ουάσινγκτον ανάλογης προσέγγισης του Κυπριακού και στο μέλλον.
Ωστόσο, ένα ζωηρού ελληνικού ενδιαφέροντος – και εμμέσως ελληνοτουρκικό – θέμα, ως προς το οποίο οι αμερικανικές θέσεις συμπίπτουν εν πολλοίς με τις δικές μας, είναι η συστηματική παρενόχληση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως από τις τουρκικές αρχές. Με κύριο σκεπτικό την εξισορρόπηση της επιρροής του Πατριαρχείου της Μόσχας, οι Αμερικανοί στηρίζουν διαχρονικά τον Οικουμενικό Πατριάρχη, καλώντας την Τουρκία να σεβασθεί στην επικράτειά της τις θρησκευτικές ελευθερίες – και, ειδικότερα, να πάψει να παραβιάζει τα πατριαρχικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα και να επιτρέψει την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.[iv]
***
Εν κατακλείδι: Όποιος και αν είναι ο επόμενος Αμερικανός πρόεδρος, ανατροπές της αμερικανικής πολιτικής έναντι της χώρας μας δεν πρέπει να αναμένονται. Δοθέντος όμως ότι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ο κύριος διαμορφωτής των εξελίξεων στο εγγύς γεωπολιτικό περιβάλλον μας, έχουμε προφανές συμφέρον να επιδιώκουμε την εναρμόνιση των επιλογών μας με τις δικές τους. Όπερ ομολογουμένως δεν είναι πάντοτε εύκολο – και ενίοτε μάλιστα αποδεικνύεται ανέφικτο. Καλό, εν τούτοις, είναι, όταν κρίνουμε αναγκαίο να διαφωνήσουμε με την Ουάσινγκτον, να αποφεύγουμε αντιπαραγωγικές εκδηλώσεις δημόσιου αντιαμερικανισμού. Τριτοκοσμικού τύπου εκρήξεις θυμικού απλώς πλήττουν την εικόνα της Ελλάδας και περιορίζουν την επιρροή της στον διεθνή στίβο.


[i] Πρόσφατο παράδειγμα οι πρωτοβουλίες για τη στήριξη των ελληνικών θέσεων στο Σκοπιανό των δύο γερουσιαστών Ρόμπερτ Μενέντεζ και Ολυμπίας Σνόου, ανηκόντων αντιστοίχως στο Ρεπουμπλικανικό και στο Δημοκρατικό Κόμμα..
[ii] Επί παραδείγματι, ο φερόμενος ως ευνοϊκότερα διατεθειμένος έναντι των ελληνικών απόψεων μεταξύ των προεδρικών υοψηφίων κ. Ομπάμα έχει δηλώσει, σύμφωνα με αξιόπιστες ελληνοαμερικανικές ομογενειακές πηγές, για μεν τα Σκόπια, ότι πρέπει «να σταματήσουν την αλυτρωτική προπαγάνδα και να συνεργασθούν με την Ελλάδα για μια κοινώς αποδεκτή ονομασία», για δε το Κυπριακό, ότι «η Κύπρος πρέπει να είναι ενιαία και ανεξάρτητη, επί τω βάσει των ψηφισμάτων του ΟΗΕ και των αρχών της ΕΕ». Είναι προφανές ότι οι ανεπίληπτες εν τη γενικολογία τους τοποθετήσεις αυτές – με τις οποίες και η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση δεν θα είχε λόγο να διαφωνίσει – δεν συνεπάγονται συγκεκριμένους χειρισμούς.
[iii] Επισκεπτόμενος προσφάτως το Κόσοβο, ο Αμερικανός υπουργός άμυνας κ. Γκέιτς τάχθηκε υπέρ της «εδαφικής ακεραιότητας» της ανεξαρτοποιηθείσης σερβικής επαρχίας, αποκλείοντας τη διχοτόμησή της «τώρα ή οποτεδήποτε στο μέλλον». Kαι, χαρακτηρίζοντας την αποστολή της εκεί αμερικανικής δύναμης «ζωτικής σημασίας», προανήγγειλε τη διατήρησή της τουλάχστον έως το 2010. Βλ. In Visit to Kosovo, Gates Underlines U.S. Support, “Washington Post”, 8-1-2008..
[iv] Ως προς το θέμα αυτό ο κ. Ομπάμα έχει προβεί στην ακόλουθη κατηγορηματική δήλωση: «Η Τουρκία δεν μπορεί να κρατάει σε ομηρεία το Οικουμενικό Πατριαρχείο και καλείται να επιστρέψει την περιουσία της Ελληνοορθόδοξης Εκκλησίας και να επιτρέψει την επναλειτουργία της Θεολογικής Σλολής της Χάλκης.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου