7/9/08

ΝΕΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

  
Κυριακή, 07 Σεπτεμβρίου 2008 21:40
Η γεωργιανή κρίση έφερε στην επιφάνεια από καιρού συντελούμενες αναπροσαρμογές στους διεθνείς προσανατολισμούς της γείτονος. Επί μακρόν, η τουρκική εξωτερική πολιτική υπήρξε μονομερώς δυτικόστροφη – αρχικά προς νατοϊκή και, εν συνεχεία, και προς ευρωκοινοτική κατεύθυνση. Με την Άγκυρα να υιοθετεί έναντι του αραβο-μουσουλμανικού, καυκάσιου και – μετά τη διάψευση των υπερβολικών αρχικών ελπίδων της περιόδου Οζάλ – και κεντρο-ασιατικού περιγύρου της μια γενικώς αμυντική έως και φοβική προσέγγιση, κυριαρχούμενη από το Κουρδικό, τις κατηγορίες περί γενοκτονίας των Αρμενίων και ενεργειακά συμφέροντα. Ωστόσο, εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα – και ιδίως αφότου ο κ. Ερντογάν ανήλθε στην πρωθυπουργία – η Τουρκία, χωρίς να παραμελεί τους δεσμούς της με τη Δύση, επιδιώκει να αναλάβει ενεργότερο, ευρύτερο και κυρίως αυτοδύναμο σε σχέση με τα δυτικά κέντρα αποφάσεων ρόλο περιφερειακής δύναμης. Οι δε πρόσφατες εξελίξεις στον Καύκασο φαίνεται να επιταχύνουν τον διεθνοπολιτικό αυτόν αναπροσανατολισμό.
 
Η καθοριστική ώθηση στον οποίο έχει δοθεί από τις επιλογές των δυτικών δυνάμεων: των ΗΠΑ και της ΕΕ. Καθώς, συνεπεία της αμερικανικής εισβολής, αναδύθηκε στο βόρειο τμήμα του Ιράκ το πρόπλασμα ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους – και συνακόλουθα επετάθη ο κίνδυνος μετατροπής του ιρακινού Κουρδιστάν σε ορμητήριο του ΡΚΚ. Ενώ τους Τούρκους ανησυχεί και η σκληρή πολιτική της Ουάσινγκτον έναντι της Τεχεράνης. Διότι, ναι μεν, για ευνόητους λόγους, η Άγκυρα συμμερίζεται τη δυτική αντίθεση στην πυρηνικοποίηση του Ιρανού της γείτονα, πλην όμως εκτιμά, ότι μια στρατιωτική επίθεση εναντίον του θα είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις στα τουρκικά οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα, και, κυρίως, θα ευνοούσε τη σύμπραξη των Κούρδων του Ιράν με εκείνους του Ιράκ. Από την άλλη, δε, οι ογκούμενες επιφυλάξεις των κοινοτικών Ευρωπαίων έναντι της τουρκικής υποψηφιότητας έχουν εισπραχθεί από τον τουρκικό λαό ως προσβολή του εθνικού του γοήτρου, με επακόλουθο τη δραστική μείωση του αρχικού ευρωκοινοτικού του ζήλου. Και στην απογοητευτική αυτή από τουρκικής σκοπιάς στάση του δυτικού παράγοντα πρέπει να προστεθεί και η θεαματική υπό τον Πούτιν ανόρθωση της ρωσικής ισχύος – και ειδικότερα η συνακόλουθη αύξηση της περιφερειακής επιρροής της Μόσχας. 
 
Δεν εκπλήσσει, συνεπώς, ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η Άγκυρα αισθάνθηκε την ανάγκη να επιδιώξει μια αυξημένη και πιο σύμφωνη με τα ιδιαίτερα εθνικά της συμφέροντα περιφερειακή παρουσία. Κατά πρώτο λόγο – ιδίως μετά την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από το ισλαμογενές Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης – επιδιώκοντας να εξισορροπήσει την άτυπη συμμαχία της με το υπό αμερικανική προστασία Ισραήλ με ανοίγματα προς τον αραβικό κόσμο. Και, ειδικότερα, προσφέροντας τις καλές της υπηρεσίες για την επίτευξη, μεταξύ άλλων, ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ του εβραϊκού κράτους και της Συρίας. Με την εν προκειμένω τουρκική συμβολή να τυγχάνει πανηγυρικής αναγνώρισης χάρις στη συμμετοχή του κ. Ερντογάν – μαζί με τον Γάλλο πρόεδρο και προεδρεύοντα της ΕΕ κ. Σαρκοζί, τον αντιπροσωπεύοντα το Συμβούλιο Συνεργασίας του Περσικού Κόλπου εμίρη του Κατάρ, και τον προεδρεύοντα της Αραβικής Ένωσης Σύρο πρόεδρο κ. Ασαντ – στην τετραμερή συνάντηση κορυφής της 4ης Αυγούστου στη Δαμασκό.  
 
Όμως, η ενεργοποίηση αυτή της τουρκικής διπλωματίας δεν περιορίσθηκε στον μεσανατολικό χώρο. Εκδηλώθηκε και βορείως των τουρκικών συνόρων, όπου η δυναμική επανεμφάνιση της Ρωσίας, όπως ειδικότερα διαπιστώθηκε επ’ ευκαιρία της γεωργιανής κρίσης, συνεπάγεται για την Άγκυρα τον κίνδυνο ενδυνάμωσης και εξάπλωσης της ρωσικής επιρροής στον Εύξεινο Πόντο και τον Νότιο Καύκασο, ή και απλώς αποσταθεροποίησης μιας περιοχής κρίσιμης σημασίας για τα τουρκικά ενεργειακά και οικονομικά συμφέροντα – επί παραδείγματι, ο αγωγός Μπακού-Τσεϊχάν διέρχεται από τη Γεωργία, στην οποία η Τουρκία είναι και ο κυριότερος ξένος επενδυτής – καθώς και για την ασφάλεια της τουρκικής επικράτειας. Και για την αποτροπή, ή έστω τον περιορισμό, των δυσμενών αυτών εξελίξεων η Άγκυρα προέκρινε την «ήπια» αντιμετώπιση του ρωσικού παράγοντα – τασσόμενη μεταξύ άλλων κατά της εσπευσμένης ένταξης της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, που ορισμένοι Δυτικοί ευνοούν. Άλλωστε ο παραδοσιακός ανταγωνισμός της Τουρκίας με τη Μόσχα δεν έχει πάντοτε προσλάβει συγκρουσιακή μορφή. Ακόμη και κατά τη διάρκεια Ψυχρού Πολέμου, οι ρωσο-τουρκικές σχέσεις διήλθαν από φάσεις πολιτικής ύφεσης και οικονομικής συνεργασίας. Τηρουμένων δε των αναλογιών, παρεμφερής συμβιβαστική διάθεση διέπει ήδη και την στάση της Άγκυρας έναντι της Αρμενίας. Τις σχέσεις με την οποία, διαχρονικά τεταμένες λόγω των διαφορών περί το Ναγκόρνο Καραμπάχ και τη γενοκτονία των Αρμενίων, η ποδοσφαιρική διπλωματία του κ. Γκιουλ επιχειρεί τώρα να βελτιώσει επ’ωφελεία της περιφερειακής σταθερότητας.
 
Πρόκειται για μια διπλωματική κινητικότητα που τείνει να προβάλει την Τουρκία ως μεγάλη περιφερειακή «ήρεμη δύναμη», αυξάνοντας έτσι και το ειδικό βάρος της έναντι των δυτικών της συμμάχων. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι κύριο άρθρο της έγκυρης παρισινής «Λε Φιγκαρό» εξαίρον τον ρόλο της γείτονος τιτλοφορείται «Απαραίτητη Τουρκία». ·
 
Ωστόσο, ο διεθνοπολιτικός αυτός αναπροσανατολισμός της γείτονος δεν φαίνεται να συμπεριλαμβάνει και τα υπό ευρεία έννοια ελληνοτουρκικά. Όλα δείχνουν ότι Κυπριακό και Αιγαίο εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται από την Άγκυρα ως κορυφαία θέματα εθνικής ασφάλειας, υπαγόμενα στην αρμοδιότητα του Γενικού Επιτελείου μάλλον, παρά των πολιτικών, και ως προς τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν οι πάγιες τουρκικές θέσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου