23/9/08

ΟΧΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

  
Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008 09:18
Ο κ. Γκρούεφσκι κάνει εξωτερική πολιτική για εσωτερική κατανάλωση. Θα ήταν τραγικό αν τον εμιμούμεθα, αναζωπυρώνοντας τα αυτοκαταστροφικά μας σύνδρομα των αρχών της περασμένης δεκαετίας. Ας ξεκαθαρίσουμε στη σκέψη μας ορισμένες αλήθειες.  
 
Κατά πρώτο λόγο, τα Σκόπια, όπως και αν ονομάζονται ή ονομασθούν, και όποιους εθνοτικούς ισχυρισμούς και αν προβάλλουν, δεν αποτελούν κίνδυνο για την ελληνική ασφάλεια. Οι στρατιωτικές τους δυνάμεις είναι και θα είναι συγκριτικώς ασήμαντες. Η οικονομία τους θα παραμείνει επί μακρόν εύθραυστη. Και οι εσωτερικές αντιθέσεις μεταξύ Σλάβων και Αλβανών – και όχι μόνο – θα συνεχίσουν να δοκιμάζουν την κρατική τους υπόσταση. 
 
Ορισμένοι βέβαια αντιτείνουν, ότι, αν δεν ρυθμισθούν ικανοποιητικά τα του ονόματος και της εθνικής του ταυτότητας, το ασθενές αυτό κρατίδιο θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μας από τρίτους. Από ποιούς, όμως – και πως; Μήπως από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, ή τη Σερβία; Χώρες που, σε αντίθεση με την Ελλάδα, και οι Σκοπιανοί το γνωρίζουν, εποφθαλμιούν τα εδάφη τους;  Ενώ η φαντασίωση ότι οι Αμερικανοί μεθοδεύουν την εδαφική επέκταση των Σκοπίων εις βάρος φιλικών, συμμαχικών χωρών των ΗΠΑ, όπως η Ελλάδα και η Βουλγαρία, αλλά και της γενικότερης βαλκανικής σταθερότητας, είναι ανάξια ανασκευής.
 
***
 
Υπάρχει, ωστόσο, ένα κράτος στην περιοχή που, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, θα μπορούσε να χειραγωγήσει την ΠΓΔΜ επί ζημία των ελληνικών συμφερόντων ασφαλείας. Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι, σε περίπτωση μιας – απευκταίας κατά τα άλλα – ελληνο-τουρκικής σύρραξης, η Άγκυρα θα επιχειρούσε να υποδαυλίσει εντάσεις μεταξύ ημών και των βόρειων γειτόνων μας, των Σκοπιανών συμπεριλαμβανομένων, προκειμένου να μας αναγκάσει να δεσμεύσουμε δυνάμεις επί των βόρειων συνόρων μας εις βάρος του ανατολικού μας μετώπου και συγχρόνως να κερδίσει πόντους στο διπλωματικό πεδίο. Μια τέτοια αξιοποίηση, όμως, του σκοπιανού παράγοντα είναι άσχετη με το όποιο όνομα ή εθνική φυσιογνωμία της ΠΓΔΜ. Συναρτάται, αφ’ ενός, με την ικανότητα της τουρκικής διπλωματίας να εκμεταλλευθεί τις ελληνοσκοπιανές διαφορές της στιγμής, και, αφ’ ετέρου, με εκείνη της ελληνικής να συμβάλει στην έγκαιρη επίλυση ή τουλάχιστον απάλυνση των εν λόγω διαφορών.
 
Το πως συνεπώς ονομάζονται ή θα ονομασθούν τα Σκόπια δεν επηρεάζει την ελληνική εθνική ασφάλεια. Λόγω όμως των καταστροφικών χειρισμών του παρελθόντος – και κυρίως της άρνησής μας να αποδεχθούμε τις καθόλα ικανοποιητικές λύσεις, που αρχικά μας προσφέρθηκαν – η ονομασία της γείτονος έχει πλέον αναχθεί σε ζήτημα εθνικού γοήτρου. Μετά δεκαεπταετείς «μάχες», ή έστω σκιαμαχίες, η κατοχύρωση του διεθνούς κύρους της χώρας μας επιβάλλει να εμμείνουμε στις – κατά τα άλλα μετριοπαθείς πλέον – θέσεις μας. Χρησιμοποιώντας ως μοχλό και την επιθυμία, τόσο των Σκοπιανών, όσο και των νατοϊκών συμμάχων και κοινοτικών εταίρων μας, η ΠΓΔΜ να ενταχθεί στους σταθεροποιητικούς δυτικούς θεσμούς. Σημειωτέον δε ότι η ένταξη αυτή θα εξυπηρετήσει και τα δικά μας συμφέροντα – αρκεί να πραγματοποιηθεί υπό όρους αποδεκτούς από πλευράς μας.
 
***
 
Ακόμη όμως και αν οι εν εξελίξει διαπραγματεύσεις ευοδωθούν, τα Σκόπια θε συνεχίσουν κατά πάσαν βεβαιότητα να καλλιεργούν τη φαντασιακή εθνική τους ταυτότητα. Χωρίς να μπορούμε ποσώς να τους εμποδίσουμε. Καθώς, εθνικές ταυτότητες, ούτε δημιουργούνται, ούτε καταργούνται, με διεθνείς συμφωνίες. Μικρό ωστόσο το κακό. Οι εθνικές μας θέσεις είναι τόσο ισχυρές, ώστε η ανησυχία ότι οι Σκοπιανοί «θα κλέψουν την ιστορία μας», με την προπαγάνδα τους να κατακτά τους ‘ξένους’, είναι αδικαιολόγητη, αν όχι φοβική. Οι ανά την υφήλιο πανεπιστημιακοί, διπλωμάτες και άλλοι δεν περιμένουν να πάρουν μαθήματα ιστορίας από τους Σκοπιανούς. Των οποίων την εθνοφυλετική προέλευση και τα γλωσσικά χαρακτηριστικά κάλλιστα γνωρίζουν. Κατά τα λοιπά δε, η ελληνική επιστήμη και διανόηση γενικότερα, υποβοηθούμενη καταλλήλως και από την πολιτεία, είναι πλήρως εις θέσιν να αντιμετωπίσει τα σκοπιανά φληναφήματα σε διεθνές επικοινωνιακό επίπεδο.
 
Ούτε όμως οι αντιρρήσεις ως προς την ελληνοσκοπιανή διαπραγματευτική διαδικασία διακαιολογούνται. Εδώ η αμερικανική υπερδύναμη δεν απαξιοί να διαπραγματευθεί με καθεστώτα, όπως το βορειοκορεατικό και του ιρανικό, τα οποία θεωρεί, όχι απλώς εχθρικά, αλλά και κακοποιά. Η συνέχιση των διαπραγματεύσεων, μέσω των διαθέσιμων διαύλων και στο εκάστοτε ενδεικνυόμενο επίπεδο, επιβάλλεται. Για να παραμείνει ανοικτή η θύρα σε μια αμοιβαίως επωφελή συμφωνία και να ενθαρρυνθούν τα μετριοπαθέστερα στοιχεία στην ΠΓΔΜ. Αλλά και για να πεισθούν οι φίλοι και σύμμαχοί μας, όπως άλλωστε και η διεθνής κοινή γνώμη – στο ελάχιστο, βέβαια, μέτρο που το θέμα την απασχολεί – για την ειλικρίνεια των προθέσεών μας. Με το βάρος των ευθυνών για τυχόν αδιέξοδο να τοποθετείται έτσι εξ ολοκλήρου στους ώμους της άλλης πλευράς.

***
Εν κατακλείδι: η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από τα Σκόπια. Αντιμετωπίζει πράγματι σοβαρό – ενδεχομένως θανάσιμο – κίνδυνο εξ Ανατολών, τον οποίο καλείται να αποτρέψει με ένα συνδυασμό ευέλικτης διπλωματίας και στρατιωτικής επάρκειας. Κυρίως όμως απειλείται εκ των ένδον. Κινδυνεύουμε από τον ίδιο τον εαυτό μας. Από ένα τριτοκοσμικό κρατικό οργανισμό, μια χειμαζόμενη οικονομία, μια υποβαθμισμένη παιδεία. Και σε τελευταία ανάλυση από τη διαφθορά και τη συνακόλουθη αναποτελεσματικότητα και ανυποληψία μεγάλου – υπερβολικά μεγάλου – μέρους των ταγών μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου