20/9/08

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

  
Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008 13:35
Το Διπλωματικό Περισκόπιο φιλοξενεί απόψεις για το εθνικό μας θέμα του κ. Ανδρέα Θεοφάνους, Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και Διευθυντή του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων και του εκπαιδευτικού στο Α.Τ.Ε.Ι. Λάρισας από το Μονάγρι Λεμεσού κ. Ντίνου Αυγουστή.


Η ΔΗΛΩΣΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΣΤΑΤΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΜΑΚΑΡΙΟΥ

του καθηγητή κ. Ανδρέα Θεοφάνους

Στην απρόσμενη διευκρινιστική δήλωσή του κατά την επίσημη έναρξη του νέου γύρου των διακοινοτικών συνομιλιών στις 3 Σεπτέμβρη ο Πρόεδρος Χριστόφιας είπε, μεταξύ άλλων, ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά εξάντλησε το όριο των υποχωρήσεων της με την ιστορική  παραχώρηση του Μακαρίου, όπως καταγράφηκε στη συμφωνία υψηλού επιπέδου το 1977.  Η προεδρική αυτή δήλωση είναι σημαντική σε σημείο μάλιστα που επαναπροσδιορίζει το περιεχόμενο λύσης του Κυπριακού.  Απαιτείται λοιπόν μια ερμηνεία αυτής της δήλωσης όπως και των συμφωνιών υψηλού επιπέδου. 
 
Για τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο η αποδοχή της διπεριφερειακής ομοσπονδιακής λύσης ικανοποιούσε την ανάγκη της τουρκοκυπριακής πλευράς για αυτονομία σε διάφορα θέματα, καθώς και για αποτελεσματική συμμετοχή στους θεσμούς του κράτους. Ταυτόχρονα, όμως και σε σχέση με τις περιουσίες και το ζήτημα των προσφύγων, ο Μακάριος ποτέ δεν απεμπόλησε την αρχή της επιστροφής των προσφύγων όπως και τις τρεις βασικές ελευθερίες.  Άλλωστε οι τρεις βασικές ελευθερίες είναι αναπόσπαστο μέρος των συμφωνιών υψηλού επιπέδου.
 
Αν ανατρέξουμε επίσης στις ερμηνείες των συμφωνιών υψηλού επιπέδου, θα δούμε ότι η ομοσπονδία που είχε κατά νου η ελληνοκυπριακή ηγεσία το 1977 ήταν πολύ περισσότερο κοντά σε μια λειτουργική ομοσπονδία με χαλαρή διζωνικότητα.  Επί τούτου αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι οι σκέψεις που εγίνοντο τότε προνοούσαν την επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους και την ανέγερση κατοικιών για τους Τουρκοκύπριους από το κράτος σε χαλίτικη γη.  Να μην μας διαφεύγει επίσης ότι αυτό θεωρήθηκε ως ύστατη παραχώρηση καθώς προηγουμένως εσυζητείτο η πολυπεριφερειακή ομοσπονδία.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και η ελληνοκυπριακή ηγεσία στο σύνολό της θεωρούσαν επίσης την ενότητα του κράτους ως δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη.  Σε καμία περίπτωση οι δύο περιφέρειες δεν αναφέρονται ως συστατικά ή συνιστώντα κράτη.  Με το σκεπτικό αυτό αναγνωρίσθηκε έμπρακτα στους Τουρκοκύπριους το δικαίωμα να ζήσουν όλοι μαζί στην περιοχή της επιλογής τους.  Δεν αναγνωρίσθηκε όμως  στους Τουρκοκύπριους το δικαίωμα να έχουν λόγο  για το που και πως θα ζήσουν οι Ελληνοκύπριοι στη γη των πατέρων τους.  Φυσιολογικά, από την πλευρά τους οι Τούρκοι είχαν άλλες απόψεις επιμένοντας σε αυστηρούς περιορισμούς στις τρεις βασικές ελευθερίες (βλέπε πρόνοιες της αυστηρής διζωνικότητας).
 
Σημειώνεται συναφώς ότι οι συμφωνίες υψηλού επιπέδου δεν προέβλεπαν εκ περιτροπής Προεδρία.  Ούτως ή άλλως στις περαιτέρω υποχωρήσεις προηγούμενων ηγετών απάντησαν εκκωφαντικά οι Ελληνοκύπριοι δια της ψήφου τους στις 24 Απριλίου 2004 και επανακαθόρισαν την πορεία που θα πρέπει να ακολουθηθεί.
 
Η δήλωση Χριστόφια για την ύστατη παραχώρηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και της ελληνοκυπριακής πλευράς είναι σημαντική καθ’ ότι παραπέμπει σε λύση η οποία είναι πολύ πιο κοντά σε ένα ενοποιητικό μοντέλο.  Γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη τώρα που τέθηκε στο τραπέζι να μελετηθεί και να αναπτυχθεί με τρόπο που θα διευκολύνει τον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό της λύσης. Παράλληλα θα πρέπει να αναλυθεί προς τους διαμεσολαβητές με ξεκάθαρο και πειστικό τρόπο. Γιατί πρέπει να κατανοήσουν ότι μόνο έτσι θα μπορεί η λύση να είναι βιώσιμη.






ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ

του καθηγητή κ. Ανδρέα Θεοφάνους

Είναι γεγονός ότι οι τελευταίες δεκαετίες της κυπριακής αλλά και της ευρύτερης ελληνικής ιστορίας δεν αποτελούν ουσιαστικό μέρος της διδακτικής ύλης στα δημόσια εκπαιδευτήρια μέσης παιδείας.  Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν γράφεται η ιστορία. Δεν σημαίνει ότι δεν διεξάγεται έρευνα ή ότι δεν αναζητείται η αλήθεια.  Υπάρχουν εκατοντάδες βιβλία και συγγράμματα τα οποία αναφέρονται σε διάφορες πτυχές της νεότερης ιστορίας και του σύγχρονου πολιτικού βίου γραμμένα από Ελληνοκύπριους, Τουρκοκύπριους, Ελλαδίτες, Τούρκους αλλά και συγγραφείς από πολλές χώρες.  Η ουσία είναι να υπάρχει αντικειμενικότητα, σωστή ανάλυση και αξιολόγηση ανεξάρτητα από το εάν θα υπάρξει λύση ή όχι στο Κυπριακό.  Και ούτε εν ονόματι μιας λύσης θα είναι σωστό να γραφτούν με διαστρεβλωτικό τρόπο συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτικά δεδομένα και γεγονότα.
 
Ούτως ή άλλως η πραγματική συμφιλίωση περνά μέσα από μια δίκαιη λύση του Κυπριακού και τη λειτουργικότητά της.  Η συμφιλίωση εμπεριέχει διάφορες διαστάσεις: είναι η ειλικρίνεια, η συνεργασία, η δικαιοσύνη, ο αλληλοσεβασμός, η αμοιβαιότητα, η συμπάθεια, η ανοχή και πολλές φορές ο αλτρουισμός.  Είναι προφανές ότι δεν μπορεί η συμφιλίωση να είναι αποτέλεσμα μιας διευθέτησης για την οποία η μια πλευρά να αισθάνεται ότι ήταν αντικείμενο επιβολής και όχι ενός έντιμου συμβιβασμού.  Και ούτε είναι δυνατό να εμπεδωθεί η συμφιλίωση όταν δεν υπάρχει ένα κοινό όραμα για μέλλον.
 
Η συμφιλίωση ως στόχος αποτελεί χριστιανική, οικουμενική και πανανθρώπινη αξία.  Καμιά επιτροπή και κανένα χειρουργημένο βιβλίο δεν μπορεί να την επιβάλει. Την ίδια στιγμή ούτε και είναι δυνατό η συμφιλίωση να θεωρείται δεδομένη μετά από μια συμφωνία λύσης.  Εάν οι διευθετήσεις που θα λάβουν χώρα δεν είναι ικανοποιητικές τότε είναι αναπόφευκτο ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει κάποια είδους σύγκρουση.  Εάν η μια πλευρά βιώνει τα συμφωνηθέντα ως όρους δουλείας, πως θα επέλθει η συμφιλίωση;  Εάν, για παράδειγμα, στο περιουσιακό δεν αναγνωρισθεί η αρχή της αποκατάστασης και αντί τούτου προωθηθεί η νομιμοποίηση των σφετερισμών εξ ορισμού θα υπάρξουν τριβές.
 
Δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε και το ευρύτερο σκηνικό και πλαίσιο που λαμβάνουν χώρα συγκεκριμένες πολιτικές πράξεις.  Απαραίτητη αν και όχι επαρκής προϋπόθεση για τη συμφιλίωση όταν υπάρχουν διενέξεις είναι η αμοιβαιότητα και θετικά βήματα στις εκατέρωθεν κινήσεις.  Η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων δεν πιστεύει ότι η τουρκο(κυπριακή) πλευρά επιδεικνύει αμοιβαιότητα ακόμα και σε θέματα χαμηλής πολιτικής (π.χ Λιμνίτης, Αγ Μάμας, Αμμόχωστος).  Και τα δεδομένα αυτά δεν προάγουν τη συμφιλίωση η οποία ούτως ή άλλως αποτελεί μια ευρύτερη έννοια και πράξη ζωής.
 
Όσον αφορά την παιδεία είναι πολύ σημαντικό να έχουμε τη γενναιότητα να αντιληφθούμε ότι όσο σκληρά και να είναι τα πράματα πρέπει να τα λέμε με το όνομα τους. Θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και αντικειμενικοί και να γίνονται οι σωστές ερμηνείες. Είναι επικίνδυνο όμως να πιστεύουμε ότι με τη συγγραφή ορισμένων βιβλίων με τρόπο που να ωραιοποιούν καταστάσεις ή/και να μειώνουν το τι συνέβηκε θα οδηγηθούμε σε συμφιλίωση. Χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια βιώσιμη λύση θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε χειρότερα προβλήματα απ’ αυτά που προσπαθούμε να επιλύσουμε.

Εν κατακλείδι έρχεται στο προσκήνιο και μια άλλη συζήτηση, η οποία έπρεπε να γίνει προ πολλού.  Κατ΄επανάληψιν εγένετο και γίνεται λόγος από μέρος της πολιτικής ηγεσίας για την ανάγκη ενός «οδυνηρού» συμβιβασμού.  Εμμέσως πλην σαφώς υπονοείται ότι οποιαδήποτε λύση βελτιώνει το status quo.  Αυτό δεν ευσταθεί.  Υπάρχουν λύσεις που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε σαφείς βελτιώσεις καθώς και σε μια θετική προοπτική. Υπάρχουν όμως και λύσεις που οδηγούν σε επιδείνωση του status quo.  Άρα ο όρος “οδυνηρός” συμβιβασμός είναι ατυχής το λιγότερο.  Θα πρέπει να προβάλουμε και να προωθήσουμε τον έντιμο συμβιβασμό και τη σημασία του περιεχομένου του.  Διότι μόνο έτσι θα υπάρξει και η επιβαλλόμενη συμφιλίωση.






ΕΝΟΨΕΙ ΤΟΥ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
του εκπαιδευτικού κ. Ντίνου Αυγουστή

O απευθείας διάλογος ένα βήμα πριν το κατώφλι μας. Αφετηρία μιας νέας προσπάθειας για την εύρεση μιας βιώσιμης και λειτουργικής λύσης. Ένας διάλογος με τους σεσημασμένους διαμεσολαβητές της Δύσης και τις κόκκινες γραμμές της Ανατολής, που απ’ ότι φαίνεται αρχίζει από εκεί που τον αφήσαμε τον Απρίλιο του 2004, με ελάχιστες δυστυχώς ελπίδες για αίσιο τέλος, αφού παρά το γεγονός ότι εμείς επιμένουμε σε λύση «κυπριακή», η ανταπόκριση της άλλης πλευράς δεν φαίνεται να είναι αρκούντως υποβοηθητική. Χιλιοειπωμένο μα πέρα για πέρα αληθές: Οι τουρκοκύπριοι ούτε μια μικρή τρύπα στο οδόφραγμα, δεν μπορούν να ανοίξουν χωρίς την συγκατάθεση των στρατηγών. Πικρές αλήθειες, που είτε μας αρέσει είτε όχι θα τις βρούμε σίγουρα μπροστά μας στον δύσκολο δρόμο των διαπραγματεύσεων.

Θα εξαντλήσουμε λένε κάθε περιθώριο. Πάμε στις διαπραγματεύσεις, με ρεαλισμό και σύνεση. Ο «ρεαλισμός και η σύνεση», που ήταν και παραμένει η μοναδική σημαία του αγώνα μας. Για το καλό κλίμα, χάριν του οποίου διαχρονικά αποσιωπούνται φρικτά τουρκικά εγκλήματα.  Για 34 και πλέον χρόνια, αντί δυστυχώς να καταγγέλλεται και να αναδεικνύεται η βάναυση τουρκική εισβολή και κατοχή με όλες τις οδυνηρές συνέπειες της, έχουμε γίνει θύματα μια ελεεινής προπαγάνδας, όπου οι θύτες απαιτούν αμνήστευση από το θύμα τους. Παρασιωπώντας και χλευάζοντας εκείνους που ορθώς υποστηρίζουν, πως η Κύπρος, με τις διαπιστωμένες και τις υπογεγραμμένες με πολύ αίμα ελληνικές καταβολές, σφηνωμένη στο νότιο υπογάστριο της Τουρκίας, αποτελεί το αιώνιο θύμα της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής. Ένας στόχος από τον οποίο η Τουρκία ουδέποτε  θα παραιτηθεί. Εξ ου και η λύση που επιδιώκει δεν είναι ξεκάθαρα διχοτομική. Στόχος της τουρκικής πολιτικής παραμένει μια λύση που θα της εξασφαλίζει απόλυτη κυριαρχία στον βορρά και συγκυριαρχία στον Νότο. Με απώτερο σκοπό, όποτε οι συνθήκες το επιτρέψουν, την ολοκληρωτική κατάληψη. Η Τουρκία που αργά και σταθερά, υλοποιεί τους σχεδιασμούς της που διαμορφώθηκαν από κοινού με τους βρετανούς πριν ακόμα δημιουργηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Η Τουρκία που εξακολουθεί να παραβιάζει την κυριαρχία μιας χώρας πλήρους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, παρά τα τόσα ψηφίσματα του Ο.Η.Ε. και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Χάσαμε λένε οι «γνωστικοί» τον πόλεμο, άρα αυτό μόνο που μας απομένει είναι ένας οδυνηρός συμβιβασμός. Ποιόν πόλεμο και ποια ήττα δηλαδή, αφού ο πόλεμος που υποτίθεται χάσαμε δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα των πολύχρονων ξένων παρεμβάσεων και ραδιουργιών, αλλά και της παρανοϊκής αντίδρασης και προδοσίας εκ μέρους κάποιων άχρονων Ελλαδιτών αδελφών. Το κράτος των Αθηνών που όποτε η Κύπρος χρειάσθηκε έμπρακτη στήριξη προέβαλε πάντα –πλην Κίμωνα του Αθηναίου- την φθηνή δικαιολογία της απόστασης.

Επιδιώκουμε λύση «κυπριακή» το νέο σύνθημα του αγώνα μας. Αστεία πράγματα δηλαδή, αφού η όποια λύση ενδέχεται να προκύψει, μπορεί να είναι «αγγλική», μπορεί να είναι «αμερικανική», μπορεί να είναι «τουρκική», αλλά «κυπριακή» αποκλείεται να είναι… Διότι εκτός από τους στρατηγικούς στόχους της Τουρκίας, υπάρχουν και τα τουρκοκυπριακά πειστήρια. Ιδού, λοιπόν, πως καταγράφονται σε πρόσφατη σφυγμομέτρηση της εφημερίδας «Σημερινή»: Περίπου οι μισοί Τουρκοκύπριοι (46%) δεν υποστηρίζουν επιστροφή εδαφών, από το 36% που κατέχει σήμερα ο τουρκικός Στρατός. Το 31% θεωρεί σωστό να επιστραφεί το 5%, το 13% θεωρεί σωστό την επιστροφή του 10% και ένα 6% των Τουρκοκυπρίων υποστηρίζει την επιστροφή του 15%. Το 46% των Τουρκοκυπρίων δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται καθόλου τους Ελληνοκυπρίους, 38% τους εμπιστεύονται κάπως και 16% πολύ ή αρκετά. Το 54% αποδέχεται την επιστροφή Ελληνοκυπρίων υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση, υπό την προϋπόθεση να είναι μειοψηφία. Παρεμφερή αποτελέσματα έδωσε παρόμοια σφυγμομέτρηση του κρατικού ραδιοτηλεοπτικού σταθμού Ρ.Ι.Κ.

Παρ’ όλα αυτά, οι ευχές όλων μας συνοδεύουν τον πρόεδρο στον λεγόμενο απευθείας διάλογο που αρχίζει. Για μια λύση με βάση τις διεθνώς παραδεδεγμένες αρχές δικαίου και Δημοκρατίας και κυρίως στην βάση των αρχών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και όχι των «πραγματικοτήτων» της τουρκικής κατοχής. Για μια λύση που θα επανενώνει πραγματικά και δεν θα κατοχυρώνει τα τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής… Μια λύση που δεν θα δυναμιτίζει το μέλλον της μικρής μας γλυκιάς Ευρωπαϊκής πατρίδας... Κομματάκι δύσκολο βέβαια, αφού οι μόνοι αισιόδοξοι φαίνεται να είναι εκείνοι που βρέθηκαν να τα πίνουν σε κατεχόμενο ξενοδοχείο μας, χαριεντιζόμενοι με τον Ταλάτ, στους γάμους της κόρης του…..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου