29/9/08

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΟΝ ΚΑΥΚΑΣΟ

  
Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008 14:30
Με την κρίση στην Γεωργία να έχει ξεπεράσει τη θερμή της φάση, η προσοχή μπορεί τώρα να στραφεί προς τις επιπτώσεις της στο ευρύτερο διεθνές  γίγνεσθαι.[i]
 
Μια πρώτη διαπίστωση – η οποία επιβάλλεται αφ’ εαυτής – είναι η θεαματική επανεμφάνιση της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή ως μεγάλης δύναμης.  Βέβαια, οι πολεμικές επιχειρήσεις στον Καύκασο κατέδειξαν και τις συνεχιζόμενες αδυναμίες των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων.[ii] Η κρίση, όμως, ανέδειξε κυρίως το ανορθωτικό έργο της προεδρίας Πούτιν – την απόσταση που χωρίζει τη σημερινή Ρωσική Ομοσπονδία  από εκείνη της εποχής Γέλτσιν – τόσο στον στρατιωτικό, όσο και στον πολιτικό και διπλωματικό τομέα.. Στη γεωργιανή επίθεση η Μόσχα απάντησε με ακαριαία και συντριπτικά πλήγματα και χωρίς ποσώς να καμφθεί από τις δυτικές διαμαρτυρίες. Η διαφορά μεταξύ της αποφασιστικής και αποτελεσματικής αυτής αντίδρασης και της προβληματικής αντιμετώπισης του Τσετσενικού κατά τη δεκαετία του ’90 είναι καταφανής.
 
Όμως, τα γεγονότα της Γεωργίας φανέρωσαν και τους κινδύνους για τις ηγέτιδες χώρες γενικά, και στην προκειμένη περίπτωση ειδικότερα για τις ΗΠΑ, από τις ασύνετες πρωτοβουλίες περιφερειακών προστατευομένων τους. Όλα δείχνουν ότι ο κ. Σαακασβίλι ενήργησε εξ ιδίας πρωτοβουλίας – και ότι, πέφτοντας τραγικά έξω στους υπολογισμούς του, ενέπλεξε και την Ουάσινγκτον σε μια ανεπιθύμητη και τελικά μειωτική για το γόητρό της περιπέτεια. Διότι, ανεξάρτητα από τον φημολογούμενο προσωπικό ρόλο κάποιων επιτόπιων Αμερικανών, το βέβαιο είναι ότι η αμερικανική κυβέρνηση κάθε άλλο παρά επιθυμούσε να ενθαρρύνει την ολέθρια στρατιωτική ενέργεια της Τιφλίδας – δοθέντος ότι, όπως άλλωστε απεδείχθη και στη συνέχεια, ουδόλως ήταν διατεθειμένη να συγκρουσθεί με τη Μόσχα χάριν των αλυτρωτικών φιλοδοξιών του Γεωργιανού προέδρου. Βέβαια, θα μπορούσε η Ουάσινγκτον να είχε ασκήσει εγκαίρως την επιρροή της, ώστε η επίθεση να είχε αποτραπεί. Και το ότι δεν το έκανε συνιστά αναμφίβολα κραυγαλέα περίπτωση ολιγωρίας της αμερικανικής ηγεσίας.
 
***
 
Άλλωστε, παρά τη ρωσο-δυτική αντιπαράθεση υπό μορφή δηλώσεων και συμβολικών ενεργειών που πυροδότησε η κρίση, ευθύς από την έναρξη της τελευταίας αυτής κατέστη σαφής η απροθυμία και των δύο πλευρών να παρασυρθούν σε ένα νέο «Ψυχρό Πόλεμο». Είναι βέβαια γεγονός ότι η εκατέρωθεν φραστική οξύτητα περίσσεψε. Επί παραδείγματι: Η Αμερικανίδα υπουργός εξωτερικών κυρία Ράις επέκρινε τη «σκοτεινή στροφή» της ρωσικής πολιτικής και «μια Ρωσία όλο και περισσότερο αυταρχική στο εσωτερικό και επιθετική στο εξωτερικό».[iii] Ο ασκών την κοινοτική προεδρία Γάλλος πρόεδρος κ. Σαρκοζί αναφέρθηκε στη «βάναυση και δυσανάλογη απάντηση των ρωσικών δυνάμεων» «στον μικρό γεωργιανό στρατό». Ενώ ο Ρώσος πρόεδρος κατηγόρησε τους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ ότι, εξοπλίζοντας τη Γεωργία, «προκάλεσαν» τη σύγκρουση. Και ακόμη πιο κατηγορηματικός, ο πρωθυπουργός κ. Πούτιν τους προσήψε ενεργό συμμετοχή στη γεωργιανή επίθεση. [iv] Σε επίπεδο δε συμβολισμού, μεταξύ άλλων: Η Ουάσινγκτον απέστειλε ανθρωπιστική βοήθεια στη Γεωργία επί πολεμικών σκαφών και πάγωσε νομοθεσία σχετική με την αμερικανο-ρωσική πυρηνική συνεργασία.[v] Η ΕΕ ανέβαλε τις συνομιλίες με τη Ρωσία για τη σύναψη συμφωνίας ενισχυμένης ρωσο-κοινοτικής συνεργασίας.[vi]  Η δε Μόσχα ανταποκρίθηκε στο αίτημα του γνωστού για την εχθρική προς τις ΗΠΑ στάση του προέδρου Σάβεζ για την αποστολή στη Βενεζουέλα δύο ρωσικών στρατηγικών βομβαρδιστικών προκειμένου να συμμετάσχουν σε κοινά γυμνάσια με τις βενεζουελανές ένοπλες δυνάμεις.[vii] Και, προς στιγμήν, παρεμπόδισε επιδεικτικά την πραγματοποίηση συνάντησης των υπουργών εξωτερικών των μεγάλων δυνάμεων για την εξέταση της επιβολής πρόσθετων κυρώσεων στο Ιράν.[viii]
 
Παραλλήλως, όμως, οι Αμερικανοί και, ακόμη εμφανέστερα, οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι, από τη μια, και οι Ρώσοι, από την άλλη, δεν έπαψαν να καταβάλλουν προσπάθειες για να διατηρηθούν ανοικτοί, ή έστω ημιάνοικτοι, οι ρωσο-δυτικοί δίαυλοι επικοινωνίας και συνεργασίας. Όπως επισημαίνει η έγκυρη Ουόλ Στριτ Τζόρναλ, «οι ΗΠΑ συνεχίζουν να συνομιλούν με τη Ρωσία για ορισμένα κομβικά στρατηγικά θέματα».[ix] Με την κυρία Ράις, την ίδια στιγμή που προεδοποιεί τη Μόσχα για το κόστος της αδιαλλαξίας, να δηλώνει ότι «η Ρωσία σήμερα δεν είναι η Σοβιετική Ένωση» και ότι «η υπογραφείσα ενωρύτερα εφέτος Διακήρυξη του Σότσι παρέσχε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Ρωσία ένα στρατηγικό πλαίσιο για να προωθήσουν τα πολλά κοινά μας συμφέροντα», τα οποία «μοιραζόμαστε την 7η Αυγούστου και εξακολουθούμε να μοιραζόμαστε σήμερα, τη 18η Σεπτεμβρίου».[x] Και, από την πλευρά της, η κοινοτική προεδρία, με την αθόρυβη υποστήριξη της Ουάσινγκτον,[xi] ανέλαβε ενεργό διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Τιφλίδας και Μόσχας. Η δε τελευταία αυτή, παρά την αρχικά διαφανείσα πρόθεσή της να ανατρέψει το γεωργιανό καθεστώς, ανταποκρίθηκε θετικά στις ειρηνευτικές προτάσεις των Βρυξελλών, αποδεχόμενη, πέραν της κατάπαυσης των εχθροπραξιών, την εκκένωση της κυρίως Γεωργίας, την εκεί αποστολή κοινοτικών παρατηρητών και τη συμμετοχή της σε ευρύτερες διεθνείς συνομιλίες. Ενώ κορυφαία στελέχη της ρωσικής κυβέρνησης επεδίωξαν επανειλημμένως να καθησυχάσουν τη Δύση ως προς τις στοχεύσεις της Μόσχας.[xii]
 
***
 
Η εκατέρωθεν αυτή αυτοσυγκράτηση εξηγείται ευχερώς. Την κοινοτική Ευρώπη συνδέουν με τη νέα Ρωσία ισχυροί ενεργειακοί δεσμοί. Κυρίως όμως ανησυχεί την ΕΕ το ενδεχόμενο αποσταθεροποιητικών συγκρούσεων στον γεωπολιτικό της περίγυρο. Στον διαμεσολαβητικό της δε ζήλο πιθανώς να συνέβαλαν και οι προσωπικοί πολιτικοί υπολογισμοί του κ. Σαρκοζί. Ο οποίος, βλέποντας την κοινοτική του προεδρία να απειλείται με καταποντισμό συνεπεία της απόρριψης από του Ιρλανδούς της Συνθήκης της Λισαβόνας, αναζήτησε ενδεχομένως στη γεωργιανή κρίση σωσίβιο. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, η παρέμβασή του απεδείχθη ευεργετική. Υπερπηδώντας τις επιφυλάξεις, κυρίως ορισμένων πρώην κομμουνιστικών, και ως εκ τούτου ευεξήγητα ρωσόφοβων, κρατών-μελών, αλλά και της βρετανικής κυβέρνησης – που όμως ελάχιστα επέμεινε στις σκληροπυρηνικές απόψεις της – ο Γαλλος πρόεδρος κατόρθωσε να διαμορφώσει μια κοινή και σώφρονα κοινοτική γραμμή, καλύπτουσα τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της Ένωσης. Και συγχρόνως εξυπηρετική και της αμερικανικής κυβέρνησης – η οποία, όπως μας πληροφορεί η «Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν», «ύστερα από αρκετές εσωτερικές συζητήσεις, αποφάσισε να μην αναλάβει άμεση δράση προς τιμωρία της Ρωσίας για την σύγκρουσή της με τη Γεωργία, συμπεραίνοντας ότι ...θα ήταν προτιμότερο...του χορού των διεθνών επικρίσεων να ηγηθεί η Ευρώπη».[xiii]
 
Σε ό,τι τώρα αφορά στη στάση των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών, διαφωτιστικές είναι οι ακόλουθες διαπιστώσεις της κυρίας Ράις: «Όποια οδό και αν ακολουθήσει....η σημερινή Ρωσία δεν είναι η Σοβιετική Ένωση – ούτε ως προς το μέγεθος της επικράτειάς της, ούτε ως προς την εμβέλεια της ισχύος της, ούτε ως προς τους στόχους της, ούτε ως προς τη φύση του καθεστώτος της. Οι ηγέτες της Ρωσίας σήμερα δεν έχουν αξιώσεις ιδεολογικής παγκοσμιότητας, εναλλακτικό σε σχέση με τον δημοκρατικό καπιταλισμό όραμα, ή την ικανότητα να κατασκευάσουν παράλληλο σύστημα κρατών-πελατών και ανταγωνιστικών θεσμών. Οι βάσεις της σοβιετικής ισχύος εξέλιπαν...δεν μπορώ να φαντασθώ ότι η πλειοψηφία των Ρώσων θα επιθυμούσε ποτέ να επιστρέψει σε εποχές, όπως η σοβιετική, όταν η χώρα τους και οι πολίτες της ήταν αποκομμένοι από τις δυτικές αγορές και θεσμούς.»[xiv] Με άλλες λέξεις, για την αμερικανική ηγεσία η Ρωσία δεν αποτελεί πλέον μείζονα στρατιωτική ή ιδεολογική απειλή
 
Και συνεπώς, η όποια σύγκρουση συμφερόντων, κυρίως ενεργειακών, στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία δεν δικαιολογεί προσφυγή της Ουάσινγκτον σε ακραία μέτρα. Τόσω μάλλον που η Ρωσία τυγχάνει πολλαπλώς χρήσιμη στην αμερικανική πολιτική. Όπως διαπιστώνει και πάλι η κ. Ράις: «Ο κόσμος μας είναι γεμάτος από ιστορικές ευκαιρίες για πρόοδο, καθώς και από προκλήσεις – από την τρομοκρατία και τη διασπορά των ΟΜΚ έως την κλιματική αλλαγή και την άνοδο των τιμών πρώτων υλών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συμφέρον να οικοδομήσουν συμπράξεις για την αντιμετώπιση αυτών και άλλων προκλήσεων. Και το ίδιο συμφέρον έχει και η Ρωσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία έχουν κοινό συμφέρον να καταπολεμήσουν την τρομοκρατία και τον βίαιο εξτρεμισμό. Εμείς και η Ρωσία έχουμε κοινό συμφέρον να αποπυρηνικοποιηθεί η κορεατική χερσόνησος και να εμποδισθούν οι κυβερνώντες το Ιράν να αποκτήσουν τα φονικότερα όπλα του κόσμου. Εμείς και η Ρωσία έχουμε κοινό συμφέρον να υπάρξει μια ασφαλής Μέση Ανατολή, όπου θα επικρατεί ειρήνη μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Και εμείς και η Ρωσία έχουμε κοινό συμφέρον να εμποδίσουμε το Συμβούλιο Ασφαλείας να ξαναγίνει ο παράλυτος θεσμός που ήταν κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.» [xv] Στη λίστα δε αυτή των συμφερόντων που η Ουάσινγκτον επιδιώκει να υπηρετήσει με τη σύμπραξη της Μόσχας θα μπορούσε κανείς να προσθέσει – και δη σε περίοπτη θέση – και τον έλεγχο της αναδυόμενης κινεζικής δύναμης. (Κάτι που για ευνόητους λόγους οι Αμερικανοί αρμόδιοι τείνουν να αποσιωπήσουν.)
 
Αλλά και οι Ρώσοι, από την πλευρά τους, έχουν ισχυρά κίνητρα για να αποφύγουν την επιδείνωση των σχέσεών τους με τη Δύση και ειδικότερα με την αμερικανική υπερδύναμη. Πέραν των «κοινών συμφερόντων» που απαρίθμησε η κυρία Ράις – και που πράγματι σε μεγάλο βαθμό είναι κοινά – διακυβεύεται η ενσωμάτωση της χώρας τους στο κυριαρχούμενο πάντοτε από τους Δυτικούς διεθνές πολιτικο-οικονομικό σύστημα. Και συνακόλουθα τίθεται σε κίνδυνο η προώθηση της εύθραυστης ακόμη ανασυγκρότησης της οικονομίας τους και η διεθνοπολιτική τους επιρροή. Άρκεσε η γεωργιανή κρίση για να εγκαταλείψουν εντός εβδομάδων τη Ρωσία κεφάλαια της τάξης των 19 δισεκατομμυρίων δολλαρίων [xvi] Ενώ ακόμη και οι προσκείμενες, υποτίθεται, στη Μόσχα χώρες της Οργάνωσης Συνεργασίας της Σανγκάης αρνήθηκαν να ακολουθήσουν στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Νότιας Οσετίας και της Αμπχαζίας – θεωρώντας τη ρωσική αυτή ενέργεια επικίνδυνο προηγούμενο σε σχέση με τις δικές τους μειονότητες. Με το Πεκίνο μάλιστα να μην αποκρύπτει τη δυσφορία του [xvii] – και πιθανότατα να επιχαίρει για την απομόνωση της εξ αντικειμένου γεωπολιτικής αντιπάλου Ρωσίας.
 
***
 
Υπό τις συνθήκες αυτές, τα περί νέου Ψυχρού Πολέμου φαντάζουν μάλλον εξωπραγματικά. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ανέφελες ρωσο-δυτικές σχέσεις. Από τη μια, η εμμονή των Ρώσων στην αναγνώριση ως ανεξάρτητων κρατών των δύο επίμαχων γεωργιανών επαρχιών και στην εμπέδωση της εκεί στρατιωτικής τους παρουσίας και η προσπάθειά τους να ανακτήσουν μέρος της επιρροής τους στο «εγγύς εξωτερικό» τους,[xviii] και, από την άλλη,  η πρόθεση του ΝΑΤΟ να διευρυνθεί προς Γεωργία και Ουκρανία και η εγκατάσταση στοιχείων του αμερικανο-νατοϊκού αντιπυραυλικού συστήματος στο έδαφος πρώην σοβιετικών δορυφόρων, προμηνύονται «ψυχρή ειρήνη» για ικανό χρονικό διάστημα. Ζητούμενο πλέον είναι ο χειρισμός αυτών και των όποιων άλλων διαφορών – και αναπόφευκτα τέτοιες θα προκύψουν στην πορεία – να μην εγείρει ανυπέρβλητα εμπόδια στην αναγκαία επικοινωνία, συνεννόηση και συνεργασία.
 
Είναι γεγονός ότι ο πρόεδρος Μπους το προσπάθησε. Και οι συχνά διακωμωδηθείσες εκδηλώσεις προσωπικής του συμπάθειας για τον κ. Πούτιν αναμφίβολα εντάσσονται στην προσπάθεια αυτή. Μένει να φανεί αν ο επόμενος ένοικος του Λευκού Οίκου θα υιοθετήσει μια εξ ίσου μετριοπαθή γραμμή. Οι ενδείξεις σε ό,τι αφορά τον δημοκρατικό υποψήφιο κ. Ομπάμα είναι μάλλον θετικές. Το πιθανότερο όμως είναι ότι, εκλεγόμενος, και ο ρεπουμπλικανός αντίπαλός του κ. Μακ Κέιν θα εγκαταλείψει στην πράξη ορισμένες από τις πιο ακραίες, αρχικές αντιρωσικές δηλώσεις του – οι οποίες, άλλωστε, ήδη τείνουν να  δώσουν τη θέση τους σε ρεαλιστικότερες τοποθετήσεις του.[xix]
 
 
 


[i] Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στο τεύχος 53 (Αυγούστου-Οκτωβρίου 2008) των «Εθνικών Επάλξεων», περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης.
[ii] Βλ. μεταξύ άλλων: Jeanne Whalen, Fight in Georgia Exposed Weak Points in Kremlin’s Aging Army, “Wall Street Journal”, 14-8-2008 και RPT-ANALYSIS-Georgia war shows Russian army strong but flawed, Reuters, 21-8-2008.
[iii] Βλ. Secretary Rice Addresses U.S.Russia Relations At The German Marshall Fund, U.S. State Department, 18-9-2008.
[iv] Βλ. Putin accuses U.S. of orchestrating Georgian war, CNN, 28-8-2008.
[v] Βλ. Bush Suspends Congressional Review of Russia Nuclear Agreement, America gov., 8-9-2008.
[vi] Βλ. Αναβολή συνεργασίας με τη Ρωσία αποφάσισε η Ε.Ε., «Η Καθημερινή», 1-9-2008 και Russian Diplomat Says Snub Over Iran Meeting Was Aimed at U.S., “Washington Post”, 25-9-2008. Αλλά και U.S., Russia Agree to Criticize Iran, “Wall Street Journal”, 27-9-2008.
[vii] Βλ.  Russian strategic bombers in Venezuela, “International Herald Tribune”, 10-9-20008.
[viii] Βλ. U.S. official: Russia boycotts key U.N. meeting on Iran, CNN, 24-9-2008.
[ix] Βλ. Jay Solomon, U.S., Russia Cooperate on Key Issues Amid Tensions, “Wall Street Journal”, 23-9-2008. Επίσης, συνέντευξη του Αμερικανού υπουργού άμυνας στους Tom Shanker και Steven Lee Myers της «International Herald Tribune» (U.S. rules out unilateral steps against Russia, φύλλο 9ης Σεπτεμβρίου 2008),  στην οποία ο κ. Γκέιτς δηλώνει ότι, στους κόλπους της αμερικανικής κυβέρνησης, «συμφωνήσαμε όλοι ότι είναι πολύ μεγάλη ανάγκη να παραμείνουμε σε στενή συνεργασία με τους Ευρωπαίους και άλλους». Συναφής και η ανταπόκριση του John D. Mckinnon υπό τον τίτλο U.S. Toes Cautious Line In Reaction to Russia στην “Wall Street Journal” της 8 Σεπτεμβρίου 2008.
[x] ό.π.
[xi] Ο συνήθως καλώς πληροφορημένος Αμερικανός δημοσιογράφος Jim Hoagland, σε άρθρο του στην «Washington Post» της 14ης Σεπτεμβρίου 2008, αναφέρεται στη «στενή συνεργασία του προέδρου Μπους και του Γάλλου προέδρου Νικολά Σαρκοζί», η οποία κατ’αυτόν «εμπόδισε τους Ρώσους να χρησιμοποιήσουν τη σύγκρουση στη Γεωργία για να διαιρέσουν Ουάσινγκτον και νατοϊκούς συμμάχους».
[xii] Επισκεπτόμενος τη Βαρσοβία, ο υουργός εξωτερικών κ. Λαβρόφ παρέσχε τη διαβεβαίωση ότι, ως προς το όλο θέμα της ανιτπυραυλικής ασπίδας, η Μόσχα είναι ανοικτή σε «σοβαρές διαπραγματεύσεις», «συγκεκριμένες προτάσεις» και «πραγματικές εγγυήσεις». Και με την ίδια ευκαιρία διέψευσε κατηγορηματικά ότι η Ρωσία προτίθεται να προσαρτήσει τη Νότια Οσετία. Ενώ ο πρωθυπουργός κ. Πούτιν επωφελήθηκε συνεδρίου ρωσολόγων στο Σότσι για να δηλώσει ότι συμπαθεί τον κ. Μπους «πολύ περισσότερο απ’ό,τι πολλοί Αμερικανοί» - δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που εκφράζει προσωπικά φιλικά αισθήματα έναντι του Αμερικανού προέδρου, όμως η στιγμή που επέλεξε για να τα επαναλάβει ασφαλώς δεν στερείται σημασίας -, να δικαιολογήσει ως αναπόφευκτες και καθαρά αμυντικές τις ρωσικές αντιδράσεις στη γεωργιανή επίθεση και να διαβεβαιώσει ότι η Ρωσία «δεν επιθυμεί, ούτε έχει λόγους να παραβιάσει την κυριαρχία πρώην σοβιετικών δημοκρατιών», «δεν συγκρούεται ιδεολογικά» με τη Δύση, είναι πρόθυμη να μειώσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, και δεν προτίθεται να συμβάλει στην ανατροπή του Γεωργιανού προέδρου. Εκφράζοντας πάντως σε σχέση με τον τελευταίο αυτόν την εκτίμηση ότι θα τον ανατρέψει ο ίδιος γεωργιανός λαός. Βλ σχετικώς: Putin seeks understanding for Russia’s actions, “International Herald Tribune”, 11-0-2008, Russia’s Foreign Minister Reiterates Opposition of U.S. Missile Defense, “Wall Street Journal”, 11-9-2008, και Bouclier antimissile: Lavrov reclame des garanties,” Le Figaro”, 11-9-2008.
[xiii] Βλ. Thom Shanker and Steven Lee Myers, U.S. rules out unilateral steps against Russia, “International Herald Tribune”, 9-9-2008.
[xiv] Βλ. προαναφερθείσα ομιλία της Αμερικανίδας υπουργού.
 
[xv] ό.π.
[xvi] Βλ. Russia: Kremlin wins war but faces new battle as investors scramble for exit, “The Guardian”, 6-9-2008.
 
[xvii] Βλ. China’s Unease With Russian Actions Strains Ties, Move to Recognize Georgian Regions Sparks ‘Concern’, “Wall Street Journal”, 28-8-2008. Επίσης: Keith Bradsher, Generous loan for Georgia displays Asian dissatisfaction with Russia, “International Herald Tribune”, 12-9-20008.
.
[xviii] Παρουσιάζοντας στη ρωσική τηλεόραση τις κατευθυντήριες γραμμές της ρωσικής πολιτικής, ο πρόεδρος Μεντβέντεβ δήλωσε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Υπάρχουν περιοχές στις οποίες η Ρωσία, όπως και άλλες χώρες στον κόσμο, έχει προνομιακά συμφέροντα. Πρόκειται για περιοχές όπου βρίσκονται χώρες με τις οποίες έχουμε φιλικές σχέσεις.» Σε ερώτηση δε αν αναφέρεαι σε όμορα κράτη, απήντησε: «Όμορες περιοχές, αλλά όχι μόνο.» Βλ. Russia Claims Its Sphere of Influence in the World, “New York Times”, 1-9-2008.
[xix] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εν προκειμένω – αλλά και γενικότερα σε ό,τι αφορά στις θέσεις των δύο προεδρικών υποψηφίων για την εξωτερική πολιτική – παρουσιάζει το κάτωθι απόσπασμα από ανταπόκριση του Paul Richter στην έγκυρη “Los Angeles Times” της 26ης Σεπτεμβρίου 2008 υπό τον τίτλο “Obama, Mc Cain arent worlds apart on foreign policy”: «Στην πραγματικότητα, όσο αυξάνει η πίεση για την προσέλκυση αναποφάσιστων ψηφοφόρων, και οι δύο [υποψήφιοι] κινούνται πλησιέστερα προς το κέντρο. Παράδειγμα η Ρωσία. Ο Μακ Κέιν υποδέχθηκε τη ρωσική εισβολή της 7ης Αυγούστου στη Γεωργία με σφοδρές καταγγελίες. Ο Ομπάμα ζήτησε συγκράτηση και απέφυγε να αποδώσει ευθύνες. Εντός ολίγων ημερών, όμως, ο Ομπάμα απέβη όλο και πιο επικριτικός έναντι της Ρωσίας. Και, εν τω μεταξύ, ο Μακ Κέιν άρχισε να ηχεί συμβιβαστικός σε κρίσιμες χρονικές στιγμές. Την 4η δε Σεπτεμβρίου, σε ομιλία αποδοχής του ρεπουμπλικανικού χρίσματος, υποσχέθηκε: «Ως πρόεδρος θα εργασθώ για να δημιουργήσω καλές σχέσεις με τη Ρωσία, έτσι ώστε να μη φοβούμεθα επιστροφή στον Ψυχρό Πόλεμο.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου