7/7/08

ΙΡΑΝ: ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΥ

  
Δευτέρα, 07 Ιουλίου 2008 20:37
Έξι χρόνια μετά τη δημόσια αποκάλυψη του μυστικού ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, και ενώ συνεχίζεται η διαπραγμάτευση των έξι μεγάλων – ΗΠΑ, Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ρωσίας και Κίνας – με το Ιράν για τη διευθέτηση της οξείας αντιπαράθεσης μεταξύ των δυτικών δυνάμεων και της Τεχεράνης που η αποκάλυψη αυτή πυροδότησε, φήμες για στρατιωτική λύση εναλλάσσονται με εκατέρωθεν τοποθετήσεις υπέρ της ειρήνης. Με πρόσφατες σχετικές εκδηλώσεις: Την προειδοποίηση Ισραηλινού υπουργού και πρώην επιτελάρχη  ότι «αν το Ιράν συνεχίσει το πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών όπλων, θα επιτεθούμε», και την επικοινωνιακά προβληθείσα άσκηση-επίδειξη ισχύος του Ισραήλ στη Δυτική Μεσόγειο,[i] από τη μια. Και, από την άλλη, τις δηλώσεις του Ιρανού υπουργού εξωτερικών Μανουσέρ Μοτάκι που δεν αποκλείουν την επιζητούμενη από τους Δυτικούς αναστολή εκ μέρους της Τεχεράνης των εργασιών εμπλουτισμού ουρανίου,[ii] τη δημόσια αναγνώριση από τον επικεφαλής των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων των κινδύνων μιας στρατιωτικής ενέργειας κατά του Ιράν,[iii] και την επανάληψη από τον πρόεδρο Μπους της διαβεβαίωσης ότι η Ουάσινγκτον, χωρίς να αποκλείει άλλες επιλογές, προτιμά τη διπλωματική.[iv] 
 
***
 
Η κατανόηση των, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, αντιφατικών και εν πάση περιπτώσει βαρυσήμαντων αυτών εξελίξεων περί το Ιρανικό δεν είναι δυνατή, αν δεν συνυπολογισθούν τα κίνητρα και οι επιλογές των κύριων παικτών.
 
Το Ιράν. Δεν χωρεί σοβαρή αμφιβολία ότι, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις τους, οι Ιρανοί ιθύνοντες στοχεύουν στην απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου. Δικαιούται ασφαλώς η Τεχεράνη να χρησιμοποιήσει την πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς. Θα μπορούσε όμως να είχε  ασκήσει το δικαίωμα αυτό χωρίς αρνητικές διεθνείς αντιδράσεις, και μάλιστα και με τη συνδρομή της «διεθνούς κοινότητας». Η επιλογή της να αποκρύψει το πυρηνικό της πρόγραμμα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι προθέσεις της δεν είναι και τόσο αθώες. Κατά τα λοιπά, οι σοβαρότεροι διεθνείς παρατηρητές θεωρούν ότι κίνητρα για τις ιρανικές πυρηνικές φιλοδοξίες είναι, αφ’ ενός, η δημιουργία αποτρεπτικής ασπίδας για την ανάπτυξη περιφερειακών κυρίως, αντιαμερικανικών και αντιϊσραηλινών, δραστηριοτήτων και, αφ’ ετέρου, η ενίσχυση του γοήτρου του ιρανικού καθεστώτος, διεθνώς και στο εσωτερικό.
 
Οι Αμερικανοί. Παρά την περιορισμένη, συγκυριακή συνεργασία της με την Τεχεράνη  – π.χ. στο Αφγανιστάν, τουλάχιστον κατά την πρώτη φάση των επιχειρήσεων κατά των Ταλεμπάν – η Ουάσινγκτον έχει κατατάξει το Ιράν στον «άξονα του κακού», προσάπτοντάς του: Υπόθαλψη τρομοκρατικών οργανώσεων, όπως η λιβανική  Χεζμπολάχ και η παλαιστινιακή Χαμάς. Αποσταθεροποιητικές, αντιαμερικανικές δραστηριότητες στο Ιράκ. Και τις απροκάλυπτες απειλές του προέδρου Αχμαντίνετζαντ κατά της ίδιας της ύπαρξης του Ισραήλ. Και, επομένως, φυσικό είναι οι Αμερικανοί να θεωρούν την πυρηνικοποίηση του ιρανικού καθεστώτος ως μείζονα και απαράδεκτο κίνδυνο. Για την αντιμετώπιση του οποίου έχουν εδώ και καιρό διαμορφωθεί στις ΗΠΑ δύο διαφορετικές στρατηγικές αντιλήψεις. Η μία εκ των οποίων θέτει ως κεντρικό στόχο την καθεστωτική αλλαγή, εκτιμώντας ότι η πτώση  των Αγιατολάδων θα επιλύσει αυτομάτως και το πρόβλημα των πυρηνικών. Ενώ η άλλη εστιάζει την προσοχή στην αποτροπή της πυρηνικοποίησης του Ιράν και για την επίτευξή της προκρίνει την εξάντληση  των διπλωματικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων, βέβαια, και των μη στρατιωτικών κυρώσεων. Την προσέγγιση δε αυτή έχει, μέχρι στιγμής, υιοθετήσει στην πράξη και ο πρόεδρος Μπους  – χωρίς πάντως να έχει αποκλείσει την εν ανάγκη προσφυγή στην βία..
 
Οι Κοινοτικοί Ευρωπαίοι. Σε διακηρυκτικό επίπεδο, οι μεγάλες κοινοτικές χώρες συμμερίζονται πλήρως την αμερικανική αντίθεση στον εξοπλισμό του Ιράν με πυρηνικά και στηρίζουν εκθύμως την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτό – μεταξύ άλλων, με την επιβολή διεθνών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης. Ωστόσο, βρετανικές, γαλλικές, γερμανικές και ιταλικές εταιρείες, και όχι μόνο, εξακολουθούν να συναλλάσσονται επικερδώς με τους Ιρανούς – των οποίων η ΕΕ παραμένει ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος. Σύμφωνα δε με έγκυρο Αμερικανό αναλυτή, «ο χειρότερος εφιάλτης των Ευρωπαίων – χειρότερος και από την περσική βόμβα – παραμένει ένας αμερικανικός ή ισραηλινός βομβαρδισμός των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων». Ενώ ένας πρώην σύμβουλος της κυρίας Θάτσερ παρατηρεί ότι «σε τελευταία ανάλυση....οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούν ότι η συνύπαρξη με ένα πυρηνικοποιημένο Ιράν δεν θα είναι χειρότερη από εκείνη με το πυρηνικοποιημένο Πακιστάν...».[v]


Η Μόσχα. Η ανάδυση ενός Ιράν εξοπλισμένου με πυρηνικά όπλα στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και εγγύς των μουσουλμανικών πληθυσμών της αντιβαίνει αναμφίβολα στα στρατηγικά συμφέροντα της Μόσχας. Η οποία, όμως, από την άλλη διατηρεί με την Τεχεράνη στενές οικονομικο-τεχνικές σχέσεις. Και απεύχεται μια επιτυχή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν που θα ενίσχυε την αμερικανική επιρροή στην ευρύτερη περιοχή.[vi] Εξ ου ασφαλώς και η επαμφοτερίζουσα στάση της στο Ιρανικό: Η συμμετοχή της στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη και η σύμπραξή της στην επιβολή κυρώσεων κατά της τελευταίας. Αλλά και οι προσπάθειές της για την κατά το δυνατόν απάλυνση των κυρώσεων αυτών. Και κυρίως η σταθερή αντίθεσή της σε δυτική στρατιωτική επέμβαση. Στην ίδια δε αυτή εξισορροπητική στρατηγική λογική εντάσσεται και η πρότασή της να διεξάγει στο έδαφός της, για λογαριασμό του Ιράν, τον επίμαχο εμπλουτισμό ουρανίου. Μια πρόταση, που έχει μεν γίνει δεκτή από τους Δυτικούς, πλην όμως απορρίπτεται, μέχρι στιγμής, από τους Ιρανούς.[vii]


Το Πεκίνο. Η Κίνα – την οποία, σημειωτέον, η προοπτική ενός πυρηνικοποιημένου Ιράν δεν ανησυχεί ιδιαίτερα – έχει ισχυρούς λόγους, τόσο γεωπολιτικούς, όσο και οικονομικούς, να αντιτίθεται σε μια δυτική στρατιωτική επίθεση στον Περσικό. Καθώς ένα τέτοιο εγχείρημα, όχι μόνό συνεπάγεται μια ανεπιθύμητη επέκταση της αμερικανικής παρουσίας, αλλά και σχεδόν αναπόφευκτα θα διαταράξει την τροφοδότηση της κινεζικής αγοράς με ενέργεια.  Ως εκ τούτου δεαλλά πιθανώς και εν τη επιθυμία να συμπεριφερθεί, γενικότερα, ως υπεύθυνη μεγάλη δύναμη στο υπό διαμόρφωση διεθνές περιβάλλον – το Πεκίνο τάσσεται υπέρ της ειρηνικής άρσης του πυρηνικού αδιεξόδου. Και συνακόλουθα, υιοθετώντας στάση που δεν διαφέρει ουσιωδώς από τη ρωσική: Συμμετέχει στις σχετικές διαπραγματεύσεις. Συναινεί στην υιοθέτηση περιορισμένων διεθνών κυρώσεων. Και συγχρόνως αντιτάσσεται στη στρατιωτική επιλογή.
 
Το Ισραήλ.
 Το αμεσότερα απειλούμενο από τις πυρηνικές φιλοδοξίες των Αγιατολάδων κράτος είναι αναμφίβολα το εβραϊκό. Μέχρι στιγμής, το Ισραήλ παρακολουθεί από τα παρασκήνια τη διπλωματική διελκυνστίδα περί το Ιρανικό, εναποθέτοντας τις ελπίδες του για την αποτροπή της πυρηνικοποίησης του ισλαμικού καθεστώτος της Τεχεράνης στον Αμερικανό σύμμαχό του. Λίγοι, ωστόσο, πληροφορημένοι παρατηρητές αμφιβάλλουν ότι οι Ισραηλινοί προετοιμάζονται για το χείρον. Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες του έγκυρου δικτύου ABC News, οι δύο «κόκκινες γραμμές» τους  είναι: Η παραγωγή από το Ιράν εμπλουτισμένου ουρανίου κατάλληλου για κατασκευή πυρηνικού όπλου. Και η απόκτηση από την Τεχεράνη της πιο σύγχρονης έκδοσης του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-300 – γνωστού στο ελληνικό κοινό από την άδοξη συναφή κυπριακή κρίση του τέλους της περασμένης δεκαετίας.[viii]
 
***
 
Υπό το φως των ως άνω διαπιστώσεων, κατηγορηματική απάντηση στο καίριο ερώτημα «διπλωματική λύση ή πόλεμος;» θα ήταν, αυτή τη στιγμή, άκρως παρακινδυνευμένη.
 
Εν πρώτοις, είναι αβέβαιο πόσο η Τεχεράνη απέχει χρονικώς από τη «βόμβα». Πρόσφατα δημοσιευθείσα έκθεση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δημιούργησε την εντύπωση ότι, αντίθετα με προγενέστερες προβλέψεις, το διάστημα αυτό μετράται με έτη και όχι με μήνες.[ix] Ωστόσο η ακρίβεια των νεότερων αυτών υπολογισμών αμφισβητείται.. Και η τάση κρατών που αντιμετωπίζουν υπαρξιακή απειλή, όπως το Ισραήλ, ή και μείζονα γεωπολιτική πρόκληση, όπως η ίδια η αμερικανική υπερδύναμη, είναι να ενεργούν επί τη βάσει της λιγότερο αισιόδοξης εκτίμησης. Παρά δε τις προεξοφλούμενες μείζονες οικονομικές και γεωπολιτικές – περιφερειακές και ευρύτερες – παρενέργειες μιας επίθεσης κατά του Ιράν, είναι απίθανο Αμερικανοί και Ισραηλινοί να αδρανήσουν, εάν διαπιστώσουν ότι η ιρανική πυρηνικοποίηση αποβαίνει μη αναστρέψιμη.
 
Η έκβαση συνεπώς του εν εξελίξει διπλωματικού μπρα-ντε-φερ θα εξαρτηθεί πρωτίστως από το κατά πόσον οι ιθύνοντες Ιρανοί θα συνειδητοποιήσουν, αλλά και πως θα αξιολογήσουν, τον επικρεμάμενο κίνδυνο. Και εδώ προκύπτει ένας δεύτερος παράγοντας αβεβαιότητας. Ήτοι οι εικαζόμενες διαφωνίες στους κόλπους των ιθυνόντων κύκλων του Ιράν. Και ειδικότερα η διαφαινόμενη διάσταση απόψεων για τις σχέσεις με τη Δύση μεταξύ «μετριοπαθών» στελεχών του καθεστώτος, όπως ο ήδη μνημονευθείς υπουργός εξωτερικών, και του σκληροπυρηνικού προέδρου Αχμενίντετζαντ. Σύμβουλος του οποίου έσπευσε να διαφοροποιηθεί από τις διαλλακτικές δηλώσεις του κ. Μοτάκι λίγες μόλις ώρες αφού έλαβαν χώρα.[x] Τυχόν επικράτηση των ακραίων στοιχείων στην Τεχεράνη αναπόφευκτα θα έχει ως αντίκτυπο στην Ουάσινγκτον την ενίσχυση της επιρροής των ιεράκων της καθεστωτικής αλλαγής εις βάρος των οπαδών της διαπραγματευτικής οδού. Έστω και αν, όπως είναι βέβαιο, Ρώσοι και Κινέζοι και, λίαν πιθανώς, ορισμένοι Ευρωπαίοι – κατά το προηγούμενο του Ιράκ – διαχωρίσουν τη θέση τους από ενδεχόμενη πολεμική ενέργεια.
 
Σημειωτέον, συναφώς, ότι οι τοποθετήσεις των αμερικανικών πολιτικών δυνάμεων έναντι του Ιράν ελάχιστα διαφέρουν μεταξύ τους. Οι απόψεις του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου προέδρου Μακ Κέιν είναι σκληρότερες από τις θέσεις της κυβέρνησης Μπους. Η κυρία Κλίντον έχει απειλήσει τους Ιρανούς με «εξολόθρευση», σε περίπτωση που «ανοήτως θα σκέπτονταν να εξαπολύσουν επίθεση κατά του Ισραήλ». Ενώ ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Ομπάμα, αφού αρχικά φάνηκε έτοιμος να συναντηθεί άνευ όρων με τον Ιρανό πρόεδρο, μετά την επακολουθήσασα κατακραυγή έσπευσε να διευκρινίσει ότι «ως πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών θα ήμουν διατεθειμένος να διεξαγάγω με τους κατάλληλους Ιρανούς ηγέτες σκληρή διπλωματία αρχών, σε χρόνο και χώρο δικής μου επιλογής, και μόνο αν θα προήγοντο έτσι τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.» Ταυτιζόμενος ουσιαστικά με την πρακτική του σημερινού ενοίκου του Λευκού Οίκου.
 
 


[i] Βλ. Israel on the Iran Brink, “Wall Street Journal”, 23-6-2008.
[ii] Βλ. Iran Diplomat Sees Potential for New Nuclear Talks, “Wall Street Journal”, 2-7-2008.
[iii] Βλ. Iran and Washington’s Israeli option, “BBC”, 3-7-2008.
[iv] Βλ. Bush says U.S. prefers diplomacy on Iran’s nuclear efforts, “International Herald Tribune”, 3-7-29008.
[v] Βλ. Stanley Weiss, Wielding a small stick, “International Herald Tribune”, 6-6-2008.
[vi] Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον γνωστό Αμερικανό διεθνολόγο Μπρεζίνσκι, μια πολεμική κρίση στον Περσικό θα συνέφερε στους Ρώσους στο μέτρο που θα προκαλούσε μεγαλύτερη εξάρτηση της Δύσης και της Κίνας από το ρωσικό πετρέλαιο και αύξηση του αντιαμερικανισμού. Βλ. Zbigniew Brzezinski, A Partner For Dialing With Iran?, “Washington Post”, 30-11-2007.
[vii] Βλ.Karl Vick,  Iran Rejects Russia’s Proposal on Uranium, “Washington Post”, 13-3-2008.
[viii] Βλ. Iran and Washington’s Israeli option, “BBC”, 4-7-2008
[ix] Βλ.US lowers rating of Iran nuclear threat, “Financial Times”, 3-12-2007.
[x] Βλ. Iran’s Leaders Divided on U.S., “Washington Post”, 6-7-2008.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου