15/11/07

ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

  
Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007 21:05
Μόλις το 1769 ο Βρετανός Τζέιμς Βάτ κατοχύρωσε την πατέντα της πρώτης ατμομηχανής. Στην  ουσία τη χρονική αυτή περίοδο τοποθετείται και η απαρχή της βιομηχανικής επανάστασης στην Αγγλία που υποδηλώνει τη συστηματική εγκατάσταση και λειτουργία της εργοστασιακής βιομηχανίας.
 
Το 1807 για πρώτη φορά εισάγεται στη Φυσική η έννοια και ο ορισμός της ενέργειας ως φυσικού μεγέθους.
 
Το 1829 στο Κεντάκι των ΗΠΑ αναβλύζει η πρώτη πετρελαιοπηγή και τέλος το 1859 στη Πενσυλβάνια εξορύσσεται πετρέλαιο από βάθος 211 μέτρων με ρυθμό 20 βαρέλια ημερησίως.
 Όπως φαίνεται από τις χρονολογίες που αναφέρθηκαν το ενεργειακό με τη μορφή που το ξέρουμε σήμερα είναι σχετικά πρόσφατο και η ανθρωπότητα επί δύο περίπου αιώνες ζούσε και κατανάλωνε ενέργεια με μια αφελή ανεμελιά, έως ό,του περί το 1960-70 συνειδητοποιήσαμε όλοι μας δύο πράγματα, πρώτον ότι τα ορυκτά καύσιμα, άνθρακας και πετρέλαιο, έχουν πεπερασμένα αποθέματα και δεύτερον ότι η καύση τους προξενεί ανεπανόρθωτες αλλοιώσεις στο κλίμα και κατ` επέκταση στη σύσταση και τη μορφή του πλανήτη.
 
Έτσι γίναμε γνώστες των δύο προβλημάτων τα οποία συνδέονται με την ενέργεια που καθημερινά αναλώνουμε, του Ενεργειακού και του Οικολογικού.
 
Το οικολογικό πρόβλημα δημιουργείται με την καύση των ορυκτών καυσίμων όπως του άνθρακα του πετρελαίου του φυσικού αερίου κλπ και την έκλυση στην ατμόσφαιρα μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου και μονοξειδίου του άνθρακα τα οποία είναι υπεύθυνα κατά κύριο λόγο για το φαινόμενο του θερμοκηπίου που υπερθερμαίνει τον πλανήτη και προκαλεί τις παρατηρούμενες ήδη σήμερα κλιματικές αλλαγές.  Παράλληλα η ρύπανση της ατμόσφαιρας με τα δύο αέρια, μαζί και με τα στερεά αιωρούμενα σωματίδια τα οποία επίσης εκλύονται κατά την καύση, ή και από άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, επιδρούν στη ζωή και την παρουσία πολλών ειδών της χλωρίδας και της πανίδας της γης.
 
Δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να πω ότι εάν εγκαίρως είχε στραφεί η ανθρωπότητα και είχε προσανατολίσει σημαντικούς πόρους και μέσα, στην έρευνα για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ενδεχομένως σήμερα να είμαστε σε πολύ καλύτερη περιβαλλοντική κατάσταση έχοντας επιτύχει να παράγουμε μεγάλο μέρος από την απαιτούμενη ενέργειά μας από καθαρές οικολογικά πηγές.  Οι λόγοι που δεν στραφήκαμε εγκαίρως ήταν αφ` ενός η χαμηλή τιμή του πετρελαίου που δεν δημιουργούσε προβληματισμούς, αφ` ετέρου τα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών πετρελαίου που είχαν πραγματοποιήσει τεράστιες επενδύσεις στον τομέα  της εξόρυξης και εμπορίας πετρελαίου και δεν επιθυμούσαν μια εξέλιξη που θα έθετε τις επενδύσεις αυτές σε ρίσκο.
 
Δεν αποκλείεται η πρόσφατη αφύσικη ανατίμηση του πετρελαίου να αποβλέπει ακριβώς στο να κάμει πλέον συμφέρουσα τη στροφή προς τις ΑΠΕ και ιδιαίτερα προς το υδρογόνο, τη διαχείριση του οποίου έχουν ήδη αναλάβει οι ίδιες μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες.
 
Αυτά τα λίγα μόνο ήθελα να πω για το οικολογικό ζήτημα και να περάσω αμέσως στο ενεργειακό πρόβλημα στο οποίο και θα παραμείνουμε και το οποίο συνίσταται στην έλλειψη ενέργειας και όχι σε αυτή καθ` εαυτή την παρουσία της.  Η έλλειψη αυτή, ή εν πάση περιπτώσει η βέβαιη εκτίμηση ότι σε σύντομο σχετικά διάστημα θα στερέψουν τα καύσιμα που παράγουν την ενέργεια, δημιουργεί μια εφιαλτική προοπτική καθολικής κατάρρευσης του επιπέδου ζωής και του πολιτισμού μας, εκτός αν βρεθούν εγκαίρως άλλες πηγές ενέργειας ικανές να καλύψουν το κενό που αναπόφευκτα αργά ή γρήγορα θα δημιουργηθεί.  Είναι φυσικό η εξέλιξη αυτή που καθημερινά γίνεται αντιληπτή όλο και καθαρότερα να δημιουργεί ανησυχίες για την επερχόμενη κρίση και ερωτήματα, για το ποιοι θα είναι εκείνοι που θα την διαχειρισθούν.  Σε ένα κόσμο άναρχο που οι διεθνείς σχέσεις δεν διέπονται από αρχές δικαίου αλλά μάλλον υπερισχύει το δίκαιο του ισχυροτέρου, η πρόσβαση στις περιοχές των αποθεμάτων πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων υδρογονανθράκων αποτελεί από μόνη της πηγή εξουσίας και ισχύος.  Μπροστά στην προοπτική του τέλους εποχής για τη φτηνή ενέργεια, οι διάφοροι «παγκόσμιοι παίκτες» παίρνουν θέσεις και ετοιμάζονται για την τελική φάση στην οποία επιθυμούν να έχουν πλεονεκτικότερη θέση από τους αντιπάλους τους.
 
Προσωπικά αισθάνομαι απαρέσκεια προς τις βαρύγδουπες γεωπολιτικές αναλύσεις που βλέπουν την υδρόγειο σαν μια μεγάλη σκακιέρα στην οποία διεξάγεται κάποιο μεγάλο ή μικρότερο «παιχνίδι» και τούτο για δύο λόγους.
·        Διότι το σκάκι παίζεται με δύο και συνήθως ο αντίπαλος παίζει με το δικό του τρόπο και όχι όπως εκτιμά ο αναλυτής.  Τα αποτελέσματα τέτοιων αναλύσεων τα βλέπουμε συνεχώς τα τελευταία χρόνια και συνιστούν παταγώδεις αποτυχίες των εκβάσεων που είχαν εκτιμηθεί.
·        Διότι κάτω απ` τα πιόνια υπάρχουν λαοί, οι αντιδράσεις των οποίων κάποιες φορές υπαγορεύονται από το συναίσθημα και όχι από τη λογική, όπως είχε υπολογίσει ο αναλυτής, συντελώντας έτσι στη μη επίτευξη του προσδοκωμένου αποτελέσματος.
 
Ανεξάρτητα όμως από την προσωπική μου στάση, δεν παύει να είναι γεγονός, ότι το πετρέλαιο, η έλλειψή του, οι τιμές του, οι τόποι εξόρυξης, η διέλευση των δικτύων διανομής του, δημιουργούν ένα πλέγμα γεωπολιτικών προϋποθέσεων και στρατηγικών γύρω από τις οποίες κινούνται, στριφογυρίζουν και τοποθετούνται όλες οι σημαντικές χώρες του κόσμου.
 
Η πολιτική των μεγάλων χωρών, ή συνασπισμών χωρών, αποβλέπει αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση συμφερόντων των εθνικών εταιρειών πετρελαίου και παράλληλα στη διατήρηση ή και ενίσχυση της, λιγότερο ή περισσότερο, ηγεμονικής θέσης που ήδη κατέχουν στο παγκόσμιο στερέωμα.  Στη θεώρηση της σύγχρονης πολιτικής των μεγάλων χωρών της υδρογείου, που περιστρέφεται γύρω από τη διαχείριση των αποθεμάτων υδρογονανθράκων, υπεισέρχονται λίγοι σταθεροί παράγοντες και πολλοί περισσότεροι ασταθείς και συνεχώς μεταβαλλόμενοι.  Ως σταθερούς θα μπορούσε κανείς να αναφέρει την κατανομή των γνωστών κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου πάνω στη γη.  Αντίθετα η πολιτική των πετρελαιοπαραγωγών χωρών μικρότερων ή μεγαλύτερων, ισχυρότερων ή ασθενέστερων, που γεωγραφικά στέκουν πάνω ή δίπλα στα κοιτάσματα θα πρέπει να ενταχθεί στους απροσδιόριστους και άγνωστους παράγοντες που διέπουν το πρόβλημα.
 
Η κατάσταση των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου είναι θέμα εικασιών.  Οι χώρες και οι εταιρείες πετρελαίου είναι απρόθυμες να φανερώσουν τι ξέρουν και παραπλανούν εσκεμμένα.  Οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα συχνά ποικίλλουν σε τεράστιο βαθμό και στηρίζονται σε ένα πλήθος ορισμών που σκοπό έχουν να περιγράψουν τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για αποθέματα.
Η προοπτική ανακαλύψεως νέων κοιτασμάτων, που θα άλλαζε τη σημερινή εικόνα, ενώ δεν μπορεί να αποκλεισθεί, εν τούτοις φαίνεται ισχνή.  Η σειρά των συλλογισμών που τεκμηριώνει αυτή την άποψη έχει ως εξής.  Υπάρχουν περίπου 1500 κοιτάσματα πετρελαίου μεγάλου και γιγαντιαίου μεγέθους στον κόσμο σήμερα.  Περιέχουν το 94% του γνωστού αργού πετρελαίου.  Τα 400 μεγαλύτερα κοιτάσματα περιέχουν το 60-70%.  Μόνο 41 απ` αυτά τα τελευταία ανακαλύφθηκαν μετά το 1980.  Η ουσία είναι, σύμφωνα με τους Βρετανούς ειδικούς, ότι τώρα πλέον ο πλανήτης ολόκληρος έχει ερευνηθεί εξαντλητικά και έτσι έχει καταστεί σαφές ότι δεν υπάρχουν άλλα κοιτάσματα σε νέες περιοχές που να μπορούν να συγκριθούν με εκείνα της Βόρειας Θάλασσας και της Αλάσκας και να μην έχουν ανακαλυφθεί.  Η Αμερικανική Γεωλογική Επιθεώρηση, απ` την άλλη πλευρά, συμφωνεί μ` αυτή την άποψη και αναφέρει ότι η ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων πετρελαίου κορυφώθηκε το 1962 και έκτοτε βρίσκεται σε πτώση.  Η χρυσή εποχή του πετρελαίου έχει τελειώσει.  Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα συνεχίσουν να ανακαλύπτονται νέα μικρότερα κοιτάσματα, αλλά δεν θα επαρκούν ώστε να αντισταθμίσουν τη συνεχιζόμενη μείωση στα παγκόσμια αποδεδειγμένα αποθέματα.  Έτσι φτάνουμε στην πρώτη σταθερά του ενεργειακού προβλήματος στην οποία συγκλίνουν οι γνώμες όλων των ειδικών, ότι δηλαδή, σε περίπου 30 χρόνια από τώρα η κρίση θα έχει εκδηλωθεί και θα βρίσκεται στο αποκορύφωμά της.  Τα πρώτα συμπτώματα αρχίζουν να γίνονται ορατά από τώρα που παρατηρούμε μια συχνή αύξηση της τιμής του πετρελαίου.  Σήμερα η τιμή κυμαίνεται στα 70-75$ το βαρέλι όταν προ 2.5 ετών ήταν στα 25$ ανά βαρέλι.  Η αφύσικη αυτή αύξηση δεν οφείλεται σε ομαλή εφαρμογή της προσφοράς και ζήτησης, αλλ` όπως όλοι οι εκτιμητές συμφωνούν, εμπεριέχει μεγάλο ποσοστό κερδοσκοπίας που φθάνει την αισχροκέρδεια εκ μέρους των εταιρειών πετρελαίου ή και μεσαζόντων που αναμιγνύονται στην εμπορία του πετρελαίου.
 
Όσο κι αν ψάξει κανείς στο φάσμα των σχετικών με το πετρέλαιο και γενικότερα με την ενέργεια πληροφοριών, πολιτικών, ή γνώσεων, δύσκολα θα ανακαλύψει παράγοντες που να μπορούσε να χαρακτηρίσει ως σταθερούς.  Έτσι θα καταφύγουμε σε δύο ακόμη τοποθετήσεις, οι οποίες εκλαμβάνονται ως αξιώματα, μόνο και μόνο, γιατί σ` αυτούς συμπίπτουν οι γνώμες σχεδόν όλων των επιστημόνων και ειδικών παγκοσμίως.
1.       Με το σημερινό τεχνολογικό επίπεδο και εάν δεν υπάρξουν δραματικής εντάσεως νέες ανακαλύψεις στη Φυσική, που προς το παρόν δεν διακρίνονται στον ορίζοντα, οι ΑΠΕ δεν είναι δυνατόν να αναλάβουν μεγαλύτερο ενεργειακό βάρος από 15-20% στο ενεργειακό ισοζύγιο μιας χώρας.
2.       Θα υπάρξει ένα διάστημα της τάξεως των 20-30 ετών από την εκδήλωση της κρίσεως του πετρελαίου, που τοποθετείται περί το 2020 αν όχι νωρίτερα, μέχρις ότου καρποφορήσουν οι προσπάθειες για μόνιμη λύση του ενεργειακού, είτε με σύντηξη πυρήνων, είτε με ευρεία χρήση υδρογόνου ως καυσίμου, είτε τέλος με κάποια άλλη ανανεώσιμη πηγή ενέργειας.
Επανερχόμενοι στα γνωστά κοιτάσματα πετρελαίου στη γη μπορούμε να αναφέρουμε ότι κάποιες από τις σημερινές πετρελαιοπαραγωγές χώρες του κόσμου έχουν ήδη υπερβεί την μέγιστη απόδοσή τους και εντός μιας δεκαετίας περίπου εκτιμάται ότι τα αποθέματά τους θα βαίνουν προς εξάντληση. Αυτό ισχύει για το πετρέλαιο των ΗΠΑ, της Βόρειας Θάλασσας, του Καναδά, της Ρωσίας και (κάτι πιο δυσοίωνο) της Κίνας. Τα μόνα κοιτάσματα που φαίνεται ότι θα διαρκέσουν πενήντα ή περισσότερα χρόνια είναι εκείνα του Ιράκ, του Ιράν, της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Κουβέιτ.
 
Μία άλλη περιοχή του κόσμου που αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία λόγω του πλούσιου σε υδρογονάνθρακες υπεδάφους της είναι ο Καύκασος και η Κασπία.  Οι εκτιμήσεις για το μέγεθος των ενεργειακών αποθεμάτων της Κασπίας ποικίλλουν.  Οι πιο αισιόδοξες κάνουν λόγο για 200δις βαρέλια πετρελαίου, ποσότητα που την καθιστά συγκρίσιμη με το Ιράκ. Οι λιγότερο αισιόδοξες υπολογίζουν τα αποθέματα σε περίπου 11δις βαρέλια.  Σε ό,τι αφορά το φυσικό αέριο, τα αποθέματα της Κασπίας τοποθετούνται μεταξύ 230 και 670 τρις κυβικών ποδών.  Τα σημαντικότερα αποθέματα έχουν εντοπισθεί στο βυθό της Κασπίας και στο υπέδαφος του Καζακστάν και του Αζερμπαϊτζάν.  Στο Τουρκμενιστάν μόνο, τα αποθέματα φυσικού αερίου εκτιμώνται σε 102 τρις κυβικά πόδια, ποσότητα που τοποθετεί τη χώρα στην τρίτη παγκοσμίως θέση, πίσω μόνο από τη Ρωσία και το Ιράν.
 
Ο Ντικ Τσένι, σημερινός Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, σε μια ομιλία του σε στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών στην Ουάσιγκτον το 1998, όταν ήταν ακόμη Διευθύνων Σύμβουλος της Halliburton, έλεγε για την Κασπία. «Δεν μπορώ να σκεφτώ καμιά άλλη περίοδο στην παγκόσμια ιστορία που κάποια περιοχή να απέκτησε ξαφνικά τόσο μεγάλη στρατηγική σημασία όσο η περιοχή της Κασπίας».
 
Για να γίνουν καλύτερα αντιληπτά τα νούμερα των αποθεμάτων και των καταναλώσεων που σας αναφέρονται θεωρείται σκόπιμο να λεχθεί ότι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας, η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου σήμερα είναι της τάξεως των 83 εκατ. βαρελιών ανά ημέρα.  Η κατανάλωση αυτή λόγω της παρατηρούμενης ήδη και εύλογα αναμενόμενης περαιτέρω οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας, της Ινδίας, αλλά και άλλων ραγδαίως αναπτυσσομένων οικονομιών της νοτιοανατολικής Ασίας, αυξάνεται με ρυθμό της
τάξεως 2-2.5%.
 
Με τα αναφερθέντα μέχρι τώρα δεδομένα γίνεται φανερό ότι ακόμα κι αυτούς τους παράγοντες, που αποκαλέσαμε ως σταθερές της γεωπολιτικής του πετρελαίου, δεν είναι τόσο σταθεροί όσο κανένας θα νόμιζε, αλλά εξηγούν επαρκώς το ενδιαφέρον των μεγάλων χωρών και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, για τις κομβικές για την ενέργεια περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Κασπίας-Καυκάσου.
 
Στους ασταθείς και συνεχώς μεταβαλλόμενους παράγοντες θα εντάξουμε τη στάση των διαφόρων κυβερνήσεων ή καθεστώτων, των χωρών που κατέχουν και συνεπώς ελέγχουν τα πετρέλαια, έναντι των δυτικών χωρών, των ΗΠΑ, της Ευρώπης και άλλων. Θεωρούμε ως  μεταβαλλόμενο παράγοντα την πολιτική των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, καθώς οι κυβερνήσεις ή τα καθεστώτα που τις κυβερνούν αλλάζουν, είτε με διαδικασίες αποδεκτές στο επίπεδο του σημερινού πολιτισμού, είτε με διαφορετικές, που μπορούν να επισύρουν σχόλια και αμφισβητήσεις.  Πάντως είναι ακριβώς αυτή η παράμετρος, η πολιτική δηλαδή των χωρών ενδιαφέροντος, που τις κατατάσσει σε άξονες του κακού, του λιγότερο κακού, ή του καλού και προσδιορίζει ανάλογα τη στάση του ανεπτυγμένου κόσμου απέναντί τους.
 
Η κυβέρνηση του Προέδρου Μπους αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της το 2000 κατέστησε το ενεργειακό ζήτημα, πρώτη προτεραιότητα της εξωτερικής της πολιτικής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις ΗΠΑ το 4% του παγκόσμιου πληθυσμού, καταναλώνει πάνω από το 25% της διαθέσιμης παγκοσμίως ενέργειας, παράγει το 11% της παγκόσμιας παραγωγής και διαθέτει το 2% των παγκοσμίων αποθεμάτων.
 
Ως αποτέλεσμα του αυξημένου ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για τις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές και ιδιαίτερα  της Μέσης Ανατολής που διαθέτει και τα περισσότερα αποθέματα, τον Αύγουστο του 1990 άρχισε η άμεση Αμερικανική διείσδυση στην περιοχή, με πρόφαση την κατάληψη του Κουβέϊτ από τον Ιρακινό δικτάτορα Σαντάμ Χουσεϊν, κατά πάσαν πιθανότητα υποκινούμενο από τους ίδιους τους Αμερικανούς.  Η καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ διεθνής συμμαχία εκδίωξε τα Ιρακινά στρατεύματα από το Κουβέιτ ενώ παράλληλα ο Αμερικανικός στρατός αποκτούσε μόνιμες βάσεις στην περιοχή και ο 5ος Αμερικανικός Στόλος άρχιζε τις περιπολίες του, τις οποίες συνεχίζει έκτοτε, στα στενά του Ορμούζ, την αχίλλειο πτέρνα της παγκόσμιας οικονομίας.  Η τεράστια Αμερικανική στρατιωτική παρουσία έχει μετατρέψει το Κουβέιτ και τα άλλα Αραβικά Εμιράτα σε  προτεκτοράτα. Η πρόσφατη εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, πέραν των όποιων προσχημάτων που δεν έχουν καμία λογική τεκμηρίωση, απέβλεπε αποκλειστικά στην κατάληψη της περιοχής και των πλούσιων σε πετρέλαιο κοιτασμάτων της. Ήταν δηλαδή μία καθαρά κατακτητική εκστρατεία εναντίον της πετρελαιοπαραγωγού χώρας, με προσχηματικό δικαιολογητικό κομμένο και ραμμένο στα μέτρα που επέβαλε η κουλτούρα της εποχής, τίποτε όμως λιγότερο απ` την πανάρχαια ενστικτώδη κατάκτηση με την ισχύ της πηγής πλούτου  που χρειάζομαι.
 
Για την αλήθεια των λεγομένων και πίσω απ` τα καπνοφράγματα, όπως λέμε στο Ναυτικό, την 19η Σεπτεμβρίου του 2003, ο Πολ Μπρέμερ επικεφαλής της προσωρινής Διοίκησης του Συνασπισμού στο Ιράκ, εξέδωσε μια σειρά διαταγμάτων τα οποία περιελάμβαναν «…… την πλήρη ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων, πλήρη δικαιώματα ιδιοκτησίας Ιρακινών επιχειρήσεων από ξένες εταιρείες, πλήρη επαναπατρισμό των κερδών ξένων επιχειρήσεων, το άνοιγμα των τραπεζών του Ιράκ στον ξένο έλεγχο και εξάλειψη όλων σχεδόν των εμπορικών φραγμών».  Στην πραγματικότητα τα εθνικά περιουσιακά στοιχεία του Ιράκ εκποιήθηκαν σε ξένους σε πολύ χαμηλές τιμές. Τα διατάγματα του Μπρέμερ παραβίαζαν τις Συμβάσεις της Γενεύης και της Χάγης σχετικά με το ρόλο που πρέπει να παίζει οποιαδήποτε δύναμη κατοχής.
 
Αν το Ιράκ αποτέλεσε την αφετηρία της άμεσης Αμερικανικής διείσδυσης στη Μέση Ανατολή, η ιστορία του Ιράν αποδεικνύει πόσο νωρίς είχε αρχίσει το ενδιαφέρον για τις πλούσιες σε πετρέλαια περιοχές της κεντρικής Ασίας, αλλά παράλληλα αποδεικνύει με πολλή έμφαση πόσο επισφαλείς και μεταβαλλόμενες είναι οι παράμετροι του γεωπολιτικού παιχνιδιού. Το 1950 οι ΗΠΑ άρχισαν μια σειρά ανοιχτές και καλυμμένες επιχειρήσεις στην περιοχή της Μέσης Ανατολής από τις οποίες η πλέον σημαντική ήταν η ανατροπή το 1953 της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης του Μοσαντέκ, η οποία είχε εθνικοποιήσει τις ξένες εταιρείες πετρελαίου. Η επιτυχία ήταν σαφής, οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου αύξησαν τον έλεγχό τους στα κοιτάσματα πετρελαίου της Μέσης Ανατολής από 10% περίπου σε 60% μέσα στα επόμενα 15 χρόνια. Στο Ιράν εγκαταστάθηκε το καθεστώς του Σάχη Ρεζά Παχλεβή το οποίο, έχοντας προφανώς ενταχθεί στον τότε άξονα του καλού, υποστηριζόταν και εξοπλιζόταν από τις ΗΠΑ και φυσικά είχε μετατραπεί σε Αμερικανικό προτεκτοράτο. Το 1979 εξεγέρθηκαν οι Ισλαμιστές υπό τον Αγιατολλάχ Χομεϊνί και εκδίωξαν τον Σάχη και τους Αμερικανούς. Αυτομάτως το Ιράν περιέπεσε στις χώρες του άξονα του κακού.
 
Το παράδειγμα αναφέρθηκε όχι τόσο πολύ για να υπενθυμίσει γεγονότα που είναι λίγο, πολύ σε όλους γνωστά, όσο για να καταδείξει το πόσο σχετικοί είναι οι προσχηματικοί χαρακτηρισμοί και πόσο ευμετάβλητοι οι παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγή, εμπορία και διανομή του πετρελαίου.
 
Νομίζω πως δεν θα απέχω πολύ απ` την πραγματικότητα αν επιχειρήσω να συνοψίσω την πολιτική των ΗΠΑ σχετικά με τις πετρελαϊκές περιοχές του κόσμου ως εξής.
 
Μετά τον Σαντάμ θα ήθελαν να ανατρέψουν και τον Τσάβες της Βενεζουέλας, όπως το έχουν επιχειρήσει ανεπιτυχώς στο παρελθόν.  Η πρόσφατη ανάδειξη στη Βολιβία Προέδρου ινδιάνου με αριστερές καταβολές, ο οποίος μάλιστα ως πρώτη του πράξη εθνικοποίησε τις πηγές φυσικού αερίου της χώρας και έπληξε άμεσα τα συμφέροντα των Βρετανικών και Γαλλικών εταιρειών πετρελαίου ασφαλώς περιπλέκει τα πράγματα.  Η σύναψη συμφωνίας μεταξύ των τεσσάρων αριστερόστροφων ηγετών των πετρελαιοπαραγωγών χωρών της Λατινικής Αμερικής, Βραζιλίας, Αργεντινής, Βενεζουέλας και Βολιβίας, πρόσέθεσε βάρος και κύρος στον πόλο αμφισβήτησης της πολιτικής ηγεμονίας των ΗΠΑ, με τον οποίο θεωρείται βέβαιο ότι θα ασχοληθούν στο μέλλον με άμεσο ή έμμεσο τρόπο.  Είναι όμως σίγουρο πως η εποχή της Χιλής του Αλιέντε είναι πολύ μακριά, ενώ το πάθημα του Τσάβες της Βενεζουέλας είναι πολύ πρόσφατο. Οι ΗΠΑ θα επιθυμούσαν να σταθεροποιήσουν ή να μεταρρυθμίσουν το εξοπλισμένο μέχρι τα δόντια Σαουδαραβικό καθεστώς, που τώρα στηρίζεται αποκλειστικά στην αυταρχική εξουσία των Σεϊχηδων ώστε να εμποδίσουν να περιέλθει στα χέρια του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Θα θελήσουν να προχωρήσουν, όπως φαίνεται πιθανόν ότι θα το επιχειρήσουν, με κάποιο τρόπο, από το Ιράκ στο Ιράν. Θα επιχειρήσουν να σταθεροποιήσουν τη στρατηγική στρατιωτική τους παρουσία στις δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας, πλησιάζοντας κατ` αυτό τον τρόπο τα αποθέματα υδρογονανθράκων της Κασπίας. Έχουν ήδη δημιουργήσει στρατιωτικά προγεφυρώματα κοντά στα κοιτάσματα της Δυτικής Αφρικής και ιδιαίτερα της Νιγηρίας.  Έχουν ομαλοποιήσει τις σχέσεις τους με τον δικτάτορα της Λιβύης Καντάφι, ο οποίος δείχνει να μεταλλάχθηκε από εξτρεμιστής αμφισβητίας της παγκόσμιας τάξης σε λελογισμένο συνεργάτη των Δυτικών χωρών.
 
Με αυτές τις κινήσεις ελέγχοντας άμεσα την κάνουλα του παγκόσμιου πετρελαίου, επιδιώκουν να διατηρήσουν τον αποτελεσματικό έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας, για τα επόμενα τουλάχιστον πενήντα χρόνια.
 
Η Ευρώπη, η Ιαπωνία, καθώς και η Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία που περιλαμβάνει την Ινδία και την Κίνα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα πετρέλαια του Περσικού Κόλπου, ενώ οι οικονομίες τους αποτελούν πρόκληση για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, στον κόσμο της παραγωγής και του χρηματοπιστωτικού συστήματος.  Επομένως ο έλεγχος των ενεργειακών πηγών θα αποτελεί το μέσον της έμμεσης ή άμεσης εξάσκησης πιέσεων προς αυτές τις χώρες.
 
Στο σημείο αυτό θα επιθυμούσα να κάνω μια παρένθεση.
Η απροκάλυπτη παράθεση των παγκόσμιων γεγονότων και η χωρίς ωραιοποιήσεις κατάδειξη της ωμής βίας που κυριαρχεί στις διεθνείς σχέσεις, ενδέχεται να προκαλεί σε πολλούς αισθήματα αγανάκτησης, ή ακόμα και αντίδρασης, μπορεί να προξενεί μια παγκόσμια αντιπολεμική διέγερση, πλην όμως υπάρχει ένα δίλημμα που τίθεται και το οποίο δεν πρέπει ούτε να παραβλέπεται ούτε να αποσιωπάται.  Για πολλούς Μουσουλμάνους οι οποίοι βίωσαν και βιώνουν μόνο την αίσθηση της ήττας και της γελοιοποίησης στα χέρια των Δυτικών Δυνάμεων στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα μέχρι τη σημερινή εποχή, η προοπτική να ελέγχουν αυτοί τον αγωγό προς τα τελευταία εναπομένοντα αποθέματα αργού πετρελαίου δίνει την ευκαιρία να τακτοποιηθούν κάποιοι λογαριασμοί με τη Δύση που έχουν παραμείνει ανοιχτοί από την ανελέητη μεταχείριση των Παλαιστινίων, την απάνθρωπη αποικιοκρατική πολιτική, την απροσχημάτιστη κατάληψη του Ιράκ και άλλα. Δεν στερείται παντελώς αλήθειας ο ισχυρισμός κάποιων Μουσουλμάνων ότι η συμπεριφορά της Δύσης προσομοιάζει με σταυροφορία, η οποία όμως δεν έχει θρησκευτικά αίτια, αλλά την κατάληψη των πλουτοπαραγωγικών πηγών τους με προτεραιότητα τα αποθέματα υδρογονανθράκων της γης τους. Το ενδεχόμενο και μόνο ότι, είτε η Σαουδική Αραβία, είτε τα άλλα κράτη του Κόλπου θα μπορούσαν να πέσουν στα χέρια μιας νεότερης γενιάς φονταμεταλιστών, εξοπλισμένων ενδεχομένως και με πυρηνικά όπλα, οι οποίοι θα επεδίωκαν την επιβολή της Μουσουλμανικής εκδοχής της παγκοσμιοποίησης, θα πρέπει να μας προβληματίσει για το ποιος θα θέλαμε να είναι ο διαχειριστής των τυχών μας, με το βέβαιο δεδομένο, ότι κάποιος θα είναι.
 
Η Ρωσία, ως πρώην παγκόσμια δύναμη, προσπαθεί να κατοχυρώσει την επιρροή της στα κράτη της πρώην ΕΣΣΔ ιδίως στην περιοχή της Κασπίας χρησιμοποιώντας, όπου μπορεί, μεθόδους ανάλογες με αυτές των ΗΠΑ.  Παρακολουθεί τις κινήσεις της Αμερικής που διεισδύει ακόμα και στη γειτονιά της, ενώ παράλληλα αισθάνεται να την ευνοούν οι κινήσεις ανατίμησης του πετρελαίου που τείνουν να ισοσκελίσουν την καταχρεωμένη οικονομία της και να σταθεροποιήσουν τη θέση της ως δεύτερης παγκόσμιας δύναμης που, ακόμη κι αυτό, αμφισβητείται. Το δόγμα της Ρωσικής πολιτικής που υιοθετήθηκε μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού συνδυάζει την άσκηση εξωτερικής πολιτικής μεγάλης δύναμης, με τις προσπάθειες για οικονομική ανάπτυξη στο εσωτερικό της χώρας. Στο πλαίσιο αυτού του δόγματος η Ρωσία είναι φυσικό να αντιτίθεται στις προσπάθειες δημιουργίας ενός μονοπολικού κόσμου, στις προσπάθειες αποδυνάμωσης του ΟΗΕ και στην ανάληψη μονομερών ενεργειών διεθνώς, οι οποίες θεωρεί, ότι αποτελούν απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.
 
Οι πολιτικές επιτυχίες των ΗΠΑ στην περιοχή του Καυκάσου, ιδίως με τη σύσταση του άξονα Τουρκίας-Γεωργίας-Αζερμπαϊτζάν και οι προσπάθειες κατασκευής αγωγών καυσίμων που θα παρακάμπτουν τη Ρωσική επικράτεια ελαχιστοποιώντας, αν όχι μηδενίζοντας, την επιρροή της στους δρόμους του πετρελαίου, έχουν θέσει τη Ρωσία σε διπλωματική επιφυλακή. Η ανάλογη συγκρότηση δικού της άξονα με Κίνα, Αρμενία και Ιράν και οι προσπάθειες αναβάθμισης των σχέσεων με Ουκρανία, Καζακστάν και Ευρωπαϊκή Ένωση αυτό ακριβώς το νόημα έχουν. Από την άλλη πλευρά η πολιτική των ΗΠΑ που στοχεύει στην απομόνωση της Ρωσίας δεν αποτελεί μυστικό. Η Υπουργός κ. Κοντολίζα Ράϊς κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής της στην Ευρώπη προέτρεψε τα Ευρωπαϊκά κράτη να απεξαρτηθούν από τις Ρωσικές ενεργειακές πηγές, ώστε να μην καταστούν υποχείρια της Ρωσίας. Ακόμη και πίσω από την κατασκευή του, Ελληνικού ενδιαφέροντος, αγωγού Μπουργκάς Αλεξανδρούπολη που δεν υλοποιείται επί σειρά ετών πολλοί εκτιμούν Αμερικανική ανάμειξη με στόχο να αποκλεισθεί η ανεμπόδιστη διάθεση του Ρωσικού πετρελαίου.  Βεβαίως όλοι γνωρίζουν ότι η Ρωσία ως δεύτερη πολιτική και στρατιωτική δύναμη λίγα μπορεί να επιτύχει σε διεθνές επίπεδο, σε τοπικό όμως μπορεί ακόμη να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα όχι μόνο στον Καύκασο αλλά και σε γειτονικές περιοχές της, περιλαμβανομένης ολόκληρης της κεντρικής Ασίας.
 
Η Ευρώπη καρκινοβατεί πολιτικά μεταξύ της μετριότητας των πολιτικών της ηγητόρων και των, άμεσα ή έμμεσα, υπονομευτών της ενότητάς της, δεν φαίνεται να διαθέτει αποφασιστική ενεργειακή πολιτική και παρακολουθεί άβουλη και αμήχανη την κούρσα των ανταγωνισμών στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου, της Δυτικής Αφρικής, αλλά και άλλων περιοχών του κόσμου.  Τα κράτη της Ευρώπης, με εξαίρεση τη Βρετανία και τη Νορβηγία, εξαρτώνται πλήρως από το εισαγόμενο πετρέλαιο.  Εναλλακτικές λύσεις έναντι του πετρελαίου από ΑΠΕ ερευνώνται από επιστήμονες, αλλά ελάχιστες πιθανότητες υπάρχουν ότι θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν σοβαρά το πετρέλαιο εντός των προσεχών δεκαετιών, αφ` ενός λόγω των αντικειμενικών τεχνικών δυσκολιών, αφ` ετέρου λόγω των φραγμών τους οποίους ορθώνουν οι εταιρείες πετρελαίου και τα άλλα κατεστημένα συμφέροντα.
 
Είναι άξιο μνείας ότι η Αγγλία του Μπλέρ ειδικότερα απεφάσισε πρόσφατα να εκσυγχρονίσει τα πυρηνικά της εργοστάσια σε μια κίνηση αφ` ενός πολιτικού αντιπερισπασμού του εσωτερικού πολιτικού της προβλήματος, αφ` ετέρου επιθυμώντας να καταδείξει την προσπάθεια απεξάρτησής της από συμβατικές ενεργειακές πηγές και φυσικά από τη Ρωσική πολιτική.
 
Η Κίνα έχει ορισμένα δικά της κοιτάσματα πετρελαίου, αλλά εξαρτάται πολύ από το εισαγόμενο πετρέλαιο.  Η πρόσφατη ανατίμηση του πετρελαίου είναι βέβαιο ότι θα ανακόψει τον ξέφρενο ρυθμό ανόδου του δείκτη ανάπτυξης της χώρας από 10-12% ετησίως σε περίπου 7-8%.  Αυτή η μείωση της αυξητικής τάσης εκτιμάται ότι θα καθυστερήσει τις αναγκαίες κοινωνικές μεταβολές που χρειάζεται το κοινωνικό – πολιτικό σύστημα της χώρας. Εκτιμάται ότι η Κίνα δεν μπορεί να συνεχίσει επί πολύ αποθησαυρίζοντας τεράστιες υπεραξίες από την υποχρεωτική λιτότητα και την ελλειπέστατα αμοιβόμενη εργασία του πληθυσμού της, που αγγίζει το 1/5 του παγκόσμιου πληθυσμού.
 
Ή το καθεστώς θα μετασχηματιστεί ή θα υπάρξει έκρηξη.
Εκεί άλλωστε αποβλέπει και η Αμερικανική πολιτική όταν σε κάθε ευκαιρία υποδαυλίζει τις όποιες υπαρκτές ή ανύπαρκτες αντιστάσεις προς το καθεστώς μιλώντας για δημοκρατικές ελευθερίες στην Κίνα.
 
Τέλος η Ινδία μη έχοντας δικά της κοιτάσματα υδρογονανθράκων εξαρτάται απόλυτα από το εισαγόμενο πετρέλαιο. Η εξάρτηση αυτή εξηγεί πλήρως την πρόσφατη, πέραν της συνήθους, προσέγγιση προς τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα δικαιολογεί τη στροφή προς άλλες ενεργειακές πηγές και στη χρήση των οποίων, ιδίως των ανανεώσιμων, φιλοδοξεί να αποτελέσει την πρωτοπόρα χώρα στον κόσμο.
 
Νομίζω πως είναι εύλογη η απορία που δημιουργείται ποια είναι η θέση της Ελλάδας μέσα σ` αυτή την παγκόσμια κινητικότητα και προβληματισμό για ενεργειακές πηγές, ενέργεια, έρευνα για εναλλακτικές πηγές, προετοιμασία για την αναπόφευκτη εξάντληση των ορυκτών καυσίμων.
 
Φοβούμαι ότι στην Ευρωπαϊκή μας αμηχανία προστίθενται και όλες οι ενδογενείς ιδιαιτερότητες τόσο της φυλής μας, όσο και του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε.
 
Στη χώρα μας από το σύνολο της αναλισκωμένης κατ` έτος ενέργειας, το 63% προέρχεται από εισαγόμενες ενεργειακές πρώτες ύλες, δηλαδή πετρέλαιο και φυσικό αέριο και το 37% από εγχώριες ενεργειακές πηγές. Από τις τελευταίες το 84% είναι λιγνίτης, η καύση του οποίου θεωρείται περιβαλλοντικώς απαράδεκτη και το 16% προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.  Στο συνολικό λοιπόν ενεργειακό ισοζύγιο οι ΑΠΕ συμμετέχουν μόλις κατά 6% και θα χρειασθούν κι άλλες πολλές σημαντικές νομοθετικές τομές ώστε να αυξηθεί το ποσοστό αυτό.
 
Παράλληλα όμως η Ελλάδα έχει υπογράψει και τη Συνθήκη του Κυότο που έχει ήδη τεθεί σε ισχύ σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να μειώσει τους εκπεμπόμενους στην ατμόσφαιρα ρύπους, τους υπεύθυνους για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, κατά 8% μέχρι το 2012 και κατά 20-40% έως το 2020 σε σχέση με τα επίπεδα ρύπανσης του 1990.  Τέτοια εξέλιξη αποκλείεται να επιτευχθεί, όπως εκτιμούν οι ειδικοί και ενώ φαινόταν να αποκλείεται η  καταφυγή στην μεγαλύτερη χρήση των κοιτασμάτων του άνθρακα της χώρας μας, όλως αιφνιδίως την περασμένη μόλις εβδομάδα ανακοινώθηκαν ενεργειακά μέτρα από το Υπουργικό Συμβούλιο που, μεταξύ άλλων, εντατικοποιούν τη χρήση του λιγνίτη.  
 
Το ενεργειακό και το οικολογικό είναι προβλήματα που χρειάζονται σχεδιασμό για την αντιμετώπισή τους, με διάλογο και συναίνεση, οι δε λύσεις που θα υιοθετηθούν απαιτούν χρονική διάρκεια που να ξεπερνά κατά πολύ τον ορίζοντα της τετραετούς διακυβέρνησης της χώρας από μία πολιτική κυβέρνηση.
 
Σε ενδεχόμενο διάλογο θα πρέπει να τεθούν και να συζητηθούν όλες οι πιθανές λύσεις αντιμετώπισης των προβλημάτων χωρίς ταμπού και χωρίς εξαιρέσεις. Βεβαίως και θα πρέπει να εφαρμοστούν πολιτικές που να προωθούν την ανάπτυξη των ΑΠΕ με στόχο την όλο και εντονότερη συμμετοχή τους στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας. Βεβαίως και θα χρησιμοποιήσουμε στον τομέα των μεταφορών τα νέα καύσιμα με προσμίξεις υδρογόνου ή οινοπνεύματος που θα είναι καλύτερα από οικολογικής πλευράς, παρά το γεγονός ότι θα είναι ακριβότερα. Βεβαίως και θα υπάρξει διαφοροποίηση στις ποσότητες των εκπεμπόμενων ρύπων, όταν και αν, τεθούν σε κυκλοφορία τα ηλεκτρικά ή τα υβριδικά αυτοκίνητα και ξεπεζέψουμε όλοι μας από τα ενεργοβόρα μας τζίπ.  Βεβαίως και θα αναγκαστούμε σε όλο και εντατικότερη χρήση του πολύ ρυπογόνου λιγνίτη, παρά τα αποτελεσματικότερα φίλτρα, όσο βέβαια θα μας επιτρέπει η διεθνής πίεση και τα δυσβάστακτα πρόστιμα. Καλές οι όποιες προσπάθειες. Εάν όμως λάβουμε υπόψη μας αυτούς που εκλάβαμε ως σταθερούς παράγοντες στη θεώρηση του πετρελαϊκού προβλήματος, τότε με την εκδήλωση της πετρελαϊκής κρίσης θα πρέπει να αναμένουμε μια ραγδαία επιδείνωση της οικονομίας μας, με αμφίβολη την επιβίωσή της. 
 
Σωστές επομένως οι προσπάθειες τόσο από οικολογικής πλευράς, όσο και ενεργειακής, πλην όμως δεν μπορούν να αναστείλουν τη δυσμενή εξέλιξη που θα είναι η συνεχής ανατίμηση των εισαγομένων ορυκτών καυσίμων όσο θα βαδίζουμε προς την αναπόφευκτη προοπτική της σταδιακής εξάντλησης των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου.
 
Θα φανώ ίσως αιρετικός, αλλά πιστεύω πως για την αντιμετώπιση του ενδιάμεσου διαστήματος των 20-30 χρόνων, από τις λύσεις που θα προταθούν δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί και η λύση των πυρηνικών αντιδραστήρων σχάσης πυρήνων.
 
Είναι γνωστές οι αντιδράσεις που θα μπορούσε να προκαλέσει και μόνο το άκουσμα της πρότασης, τόσο στους ενσυνείδητους οικολόγους, όσο και σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Προσωπικά θα αισθανόμουν ευτυχής εάν μπορούσε να αποκλεισθεί αυτό το ενδεχόμενο.  Πλην όμως καμία πρακτικώς εφαρμόσιμη λύση δεν φαίνεται σήμερα ικανή να μπορέσει να σηκώσει το βάρος των ενεργειακών μας αναγκών, με τέτοιο κόστος, που να διατηρηθεί το επίπεδο ζωής που σήμερα απολαμβάνουμε.
 
Από την άλλη πλευρά δεν πιστεύω ότι οι πάμπολλες χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής, της Ασίας και της Αυστραλίας, που διαθέτουν πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, κατοικούνται από λαούς με λιγότερες περιβαλλοντικές ευαισθησίες από εμάς.
 
Στη διάρκεια της παγκόσμιας ιστορίας λαοί και πολιτισμοί που δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις συνθήκες της εποχής τους χάθηκαν και εξαφανίσθηκαν.  Έχουμε υποχρέωση να φροντίσουμε σήμερα για τον Ελληνισμό του μέλλοντος και μια τέτοια φροντίδα δεν μπορεί να εμποδίζεται από τις συνήθεις αιτίες τριβών και διαφωνιών που αναστέλλουν τους όποιους σχεδιασμούς πνοής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου